Τρίτη, 20 Μαΐου 2014

Το αντάρτικο του Πόντου


 
Πηγή
 Από τον Ελληνισμό της Ανατολής, μόνον οι Έλληνες του Πόντου οργανώθηκαν δυναμικά και ανέπτυξαν αντάρτικη δράση εναντίον των εγκλημάτων της τουρκικής θηριωδίας και των μαζικών εκτοπισμών που επέβαλαν οι αρχές στους ελληνικούς πληθυσμούς. Είναι προφανές ότι πρόφαση των εν λόγω μαζικών εκτοπισμών ήταν η λήψη προληπτικών στρατιωτικών μέτρων, δεδομένου ότι η Τουρκία συμμετείχε στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο (1914-1918) ως σύμμαχος της Γερμανίας και της Αυστροουγγαρίας και αντίπαλος της Ελλάδας. Πραγματικός, όμως, στόχος αυτών των μέτρων ήταν η μαζική εξόντωση των Ελλήνων. 
Πηγή
 Αυτό, βέβαια, ισχύει για όλο τον Ελληνισμό της Ανατολής (Αν. Θράκη, Μ. Ασία, Πόντος). Ωστόσο, ο Πόντος έχει μια ιδιαιτερότητα: Από τη μια η μεγάλη απόσταση από το κέντρο και η θέση του στα βάθη της Ανατολής, και, από την άλλη, το γεγονός ότι, στην Κεμαλική περίοδο (1919-1923) ήταν ακάλυπτος από οποιαδήποτε δυτική ή ελληνική προστασία, αλλά και έκθετος στη μανία και στις ανεξέλεγκτες ληστρικές επιδρομές του Κεμάλ και του Τοπάλ Οσμάν, είχε ως αποτέλεσμα να έχει τη «μερίδα του λέοντος» στους εκτοπισμούς, στους διωγμούς και στη γενοκτονία.

Γι' αυτό, ακριβώς, αναπτύσσεται στον Πόντο το Αντάρτικο ως δύναμη αυτοάμυνας και αυτοπροστασίας του Ελληνισμού της περιοχής. Εξάλλου, το γεγονός ότι τα αντάρτικα σώματα πρωτοεμφανίζονται το 1914, με την έναρξη του πολέμου, οφείλεται στο ότι οι ανάγκες για αυτοάμυνα και αυτοπροστασία γίνονται πολύ πιο πιεστικές αυτή την περίοδο.

Έτσι, αν θελήσουμε να εντοπίσουμε τα αίτια του Αντάρτικου στον Πόντο, θα βρούμε ότι οι ρίζες και το ξεκίνημά του δένονται με την έναρξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, που επέβαλε, πέρα από τις άλλες ανώμαλες καταστάσεις, τη γενική επιστράτευση στον ανδρικό πληθυσμό ηλικίας 20-60 ετών.
Οι συνέπειες αυτής της επιστράτευσης παρουσιάζουν μια αισθητή κλιμάκωση:

Μέχρι το 1918 η γενική επιστράτευση επιβάλλει: 1) την αναγκαστική απομάκρυνση των στρατευσίμων, 2) τη δημιουργία των εργατικών ταγμάτων (αμελέ ταμπουρού), όπου κατά εκατοντάδες εξοντώνονται οι Έλληνες στρατιώτες κάτω από τις πιο απάνθρωπες συνθήκες, 3) επιτάξεις σπιτιών και καταστημάτων για τις ανάγκες του πολέμου, 4) βιαιοπραγίες εναντίον αμάχων, γερόντων και γυναικοπαίδων, 5) εξαναγκασμούς σε αγγαρείες, 6) καταλήψεις σπιτιών και περιουσιών από Μουσουλμάνους πρόσφυγες (από χώρες της Βαλκανικής), 7) μαζικούς εκτοπισμούς στο εξωτερικό, 8) διακοπή των συγκοινωνιών με τη Ρωσία, η οποία ήταν η ανάσα του Πόντου.

Αλλά και πριν από το 1914 έχουμε τα πρώτα άτυπα αντάρτικα σώματα, ιδιαίτερα στο δυτικό Πόντο. Στο διάστημα 1912-1914 τα ελληνικά χωριά της περιοχής Σαμψούντας γέμισαν από Τούρκους πρόσφυγες, από χώρες της Βαλκανικής, οι οποίοι ζητούσαν να εγκατασταθούν εκεί. Αποτέλεσμα, η αντάρτικη αντίδραση των Ελλήνων της περιοχής, με τις οδηγίες του Καραβαγγέλη, για να ματαιωθεί αυτή η εγκατάσταση.

Μετά το 1918:

Οι επιπτώσεις αυτές γίνονται πολύ πιο δυσμενείς και εξοντωτικές.  Ιδιαίτερα μετά την απόβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη (2 Μαΐου 1919), η μανία των Τούρκων να εκδικηθούν τους Έλληνες συμμάχους της Αντάντ αλλά και η αρχική αδυναμία τους να σταματήσουν τη νικηφόρα προέλασή τους στα ενδότερα της Μ. Ασίας, οδήγησαν την περιοχή του Πόντου στη χειρότερη μοίρα και διαμόρφωσαν τις πιο απάνθρωπες συνθήκες γενοκτονίας. Ο Πόντος είναι πια έρμαιο στις ανεξέλεγκτες ληστρικές συμμορίες του Τοπάλ Οσμάν.

Αυτές, ακριβώς, οι συνθήκες που διαμορφώθηκαν με την έναρξη και σ' όλο το διάστημα του πολέμου (1914-1918), επέβαλαν και την ανάγκη ανάπτυξης του Αντάρτικου στον Πόντο, ως καταφύγιου λύτρωσης και ως αντιδύναμης σωτηρίας.

Πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι τα Αντάρτικα αποτελούν την κορυφαία αμυντική αντιδύναμη και δράση των Ελλήνων του Πόντου.


Πόντιος αντάρτης
Συγκεκριμένα, η αντίδραση κατά της γενικής επιστράτευσης αρχίζει με τη νόμιμη εξαγορά της στράτευσης από τους έχοντες και τους ευπόρους. Στη συνέχεια, όταν το μέτρο αυτό καταργείται, περνά στην αθέμιτη αποφυγή της στράτευσης (φυγόστρατοι, απόκρυψη σ' όλο το διάστημα του πολέμου), για να προχωρήσει κατόπιν στη λιποταξία.

Από τους λιποτάκτες άλλοι καταφεύγουν στην Ελλάδα, άλλοι στη Ρωσία και άλλοι συγκροτούν ή επανδρώνουν τις αντάρτικες ομάδες, στις οποίες, εννοείται εντάσσονται οι οποιοιδήποτε φυγόστρατοι και καταδιωκόμενοι, ακόμη και μουσουλμάνοι, αντικεμαλικοί, ιδιαίτερα οι Κιρκάσιοι και οι Κούρδοι.

Πάντως, ο συστηματικός αντάρτικος αγώνας αρχίζει το 1914, οπότε η Τραπεζούντα καταλαμβάνεται από τους Ρώσους. Από κει και πέρα τα αντάρτικα σώματα του Πόντου ενισχύονται σημαντικά από τις ρωσικές δυνάμεις του Αν. Πόντου σε όπλα, μεταφορικά μέσα, κτλ.

Στόχοι δημιουργίας του Αντάρτικου

Ανάλογα με τις επιπτώσεις της γενικής επιστράτευσης και της επίσημης γενοκτονικής πολιτικής της Τουρκίας, διαμορφώνονται και οι στόχοι δημιουργίας του Αντάρτικου.

Για την περίοδο 1914-1918

1) Αυτοπροστασία φυγόστρατων, λιποτακτών, καταδιωκόμενων.
2) Προστασία χωριών και άμαχου πληθυσμού.
3) Εκδίκηση - τιμωρία Τούρκων για τα εγκλήματα που διέπρατταν.

Για το διάστημα 1919-1923

Στόχος, κατεξοχήν εθνικός. Μετά τη Συνθήκη της Ανακωχής (Ο­κτ. 1918) και, ιδιαίτερα, μετά την απόβαση στη Σμύρνη (Μάιος 1919), όλοι οι παράγοντες του Πόντου (Πολιτικοί, Εκκλησία, Αντάρτικα), αλλά και ο οργανωμένος Ελληνισμός της Ν. Ρωσίας και του Καυκάσου, δραστηριοποιούνται και κατευθύνουν τις ενέργειές τους προς το όραμα της Δημοκρατίας του Πόντου.

Μετά το Παμποντιακό Συνέδριο της Μασσαλίας (Ιαν. 1918), όλοι κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση. Επομένως και τα Αντάρτικα του Πόντου κινούνται, από δω και πέρα, πάνω σ' αυτή τη γραμμή. Αποτελούν, μάλιστα, την ένοπλη δυναμική και προπαρασκευή για τον υψηλό αυτό εθνικό στόχο, την ένοπλη συστράτευση, παράλληλα με τις οργανωμένες πολιτικές κινητοποιήσεις.

Θυμίζουμε ότι στις 25 Μαρτίου 1919 συγκροτείται το πρώτο Εθνικό Συμβούλιο, η πρώτη άτυπη κυβέρνηση της Δημοκρατίας του Πόντου.

 Ιδιαίτεροι λόγοι που ευνόησαν την ανάπτυξη και επέκταση του Αντάρτικου

Στο δυτικό Πόντο

Ο δυτικός Πόντος έχει υποστεί το σκληρότερο διωγμό. Θυμίζουμε ότι από την Αμισό (Σαμψούντα) έχουν πραγματοποιηθεί εννέα (9) αποστολές μαζικών εκτοπισμών, άλλες τόσες από την Πάφρα, και έξι από το Αλατσάμ. Εξάλλου, η περιοχή της Αμάσειας πλήρωσε βαρύ φόρο αίματος. Από ένα σύνολο 183.000 κατ., οι νεκροί ανέρχονται σε 134.078 άτομα, ποσοστό 73%. Η κατάσταση αυτή επέβαλε την ένοπλη αντίσταση και την αντάρτικη αντίδραση ως άμεση και επιτακτική ανάγκη. Σπουδαιότερα κέντρα αντίστασης: Αμισός, Πάφρα, Οινόη, Θέρμη (Τέρμε), Αμάσεια, Ορντού, Γάγγρα κ.ά.

Στον ανατολικό Πόντο

Στον ανατολικό Πόντο η κατάσταση ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνη στην περιοχή της Σάντας, με τα εφτά χωριά της. Η δημιουργία των αντάρτικων σωμάτων προέκυψε από την ανάγκη προστασίας αυτών των χωριών, που τα απειλούσαν και τα εποφθαλμιούσαν τα γειτονικά τουρκικά χωριά.

 Σπουδαιότερες μάχες στο Δυτ. Πόντο

Πόντιοι αντάρτες-μαχητές (Πηγή)

1) 16/11/1916, όρος Αγιού τεπέ: Ύστερα από σύγκρουση των ανταρτών του Παντέλ Αγά με χιλιάδες Τούρκους στρατιώτες, σκοτώθηκαν 119 στρατιώτες και 8 αξιωματικοί και σώθηκαν χιλιάδες γυναικόπαιδα που συνόδευαν το αντάρτικο σώμα.

2) Το «Αρκάδι του Πόντου»: Τέλη του 1917, στο σπήλαιο της Παναγίας (νότια της Πάφρας), έχομε το ολοκαύτωμα των υπερασπιστών αυτού του σπηλαίου για την αποτροπή της ομαδικής ατίμωσης των γυναικών. Το «Αρκάδι» της Κρήτης (1866) έχει τη συνέχειά του στον Πόντο, πενήντα, περίπου, χρόνια αργότερα.

3) 7/7/1921: Ο αντάρτης Ιστύλ Αγάς σώζει 6.000 γυναικόπαιδα από τα στίφη του Τοπάλ Οσμάν.  

4) 1921-1922: Οι μάχες είναι συνεχείς.

Αρχηγοί αντάρτικων ομάδων του δυτικού Πόντου.

1) Βασίλ Αγάς, 2) Αντών Πασά με τη σύζυγό του Πελαγία, 3) Κοτσά Αναστάς (ο Κολοκοτρώνης του Πόντου), 4) Ιστύλ Αγάς, 5) Ιπποκράτης, 6) Νικολούν Αναστάς, 7) Ταστσόγλου Σάββας, 8) Ασλανίδης Σάββας, 9) Μεγαλομύσταξ Γεώργιος, 10) Τσακίρης Γεώργιος, 11) Μανουσάρτς, 12) Καρά Ηλίας, 13) Αλέκος Τερλόγου, 14) Νικόλας, 15) Αντώνιος, 16) Σωκράτης, 17) Αντόν', 18) Καλλίνικος, 19) Πιτς Βασίλ κ.ά. Με το τέλος του Μικρασιατικού Πολέμου (1922) οι εν λόγω αρχηγοί κατέφυγαν στη Ν. Ρωσία και στον Καύκασο.

Οι πρώτοι αντάρτες προέρχονταν από τα Τάγματα Εργασίας (Αμελέ Ταμπουρού)


Ο μητροπολίτης Γερμανός Καραβαγγέλης, στα Απομνημονεύματά του για τον Πόντο αναφέρει τα εξής για τη δημιουργία του αντάρτικου:

Η βίαιη ένταξη στα «Τάγματα Εργασίας» (Αμελέ Ταμπουρού) έγινε αφορμή να γεννηθούν τ' ανταρτικά σώματα των Ποντίων. Πολλοί άνθρωποι αντιδρώντας και ζητώντας να γλιτώσουν από βέβαιο θάνατο δραπέτευσαν απ' τα εργατικά τάγματα και κατέφευγαν στα βουνά, όπου ζούσαν κατά μικρές ομάδες που συχνά κατέβαιναν ως τα χωριά τους.

 Εφοδιάστηκαν σιγά-σιγά με όπλα και πολεμοφόδια και έτσι μπορούσαν τώρα ν' αποκρούουν τις επιθέσεις των Τούρκων. Τους φυγόστρατους εφοδίαζαν με τρόφιμα κι όπλα οι οικογένειές τους. Μ' αυτή τη δικαιολογία ο τουρκικός στρατός μπαίνοντας στα χωριά «έθυσε και απώλεσε», ενώ τα γύρω τουρκικά χωριά επωφελούμενα άρπαζαν και λεηλατούσαν τις περιουσίες των Ελλήνων και προπάντων τα ζώα.

Φυσικά οι πρώτοι αντάρτες - δραπέτες από τα Αμελέ Ταπουρού ήταν εντελώς ή σχεδόν εντελώς άοπλοι με μόνα πρωτόγονα όπλα μια σκαπάνη που παίρναν μαζί τους φεύγοντας, ένα μαχαίρι, ένα τσεκούρι ή καμιά σπασμένη τούρκικη ξιφολόγχη, που τη στερέωναν όπως όπως σε μια μακριά ξύλινη σούβλα.

Μα, σα φτάναν στα δικά τους χωριά, κλέβοντας ζώα απ' τους Τούρκους τα διναν στις γυναίκες τους, που τα πουλούσαν αμέσως και με τα χρήματα αυτά καθώς και μ' όσα κατόρθωναν να οικονομήσουν ληστεύοντας ταξιδιώτες και πλούσιους Τούρκους εμπόρους, αγόραζαν σύγχρονα όπλα και πολεμοφόδια απ' τους Λαζούς (είναι ίσως Έλληνες εξισλαμισθέντες, που διατηρούν όμως ως σήμερα την ελληνική γλώσσα, πολλά αρχαία ελληνικά και θρησκευτικά έθιμα, καθώς επίσης και τα επώνυμά τους και τα ονόματα των χωριών τους. Συγγενεύουν με τους καυκασιανούς λαούς και ιδίως με τους Γεωργιανούς.

 Η χώρα τους η Λαζική, μπορεί να ταυτιστεί με το νότιο τμήμα της αρχαίας Κολχίδας και όση σήμερα ανήκει στην Τουρκία - γιατί ένα μεγάλο μέρος πήρε η Ρωσία - αποτελεί μια από τις τέσσερις διοικήσεις του βιλαετίου της Τραπεζούντας). Έτσι συγκροτήθηκαν οι πρώτες ανταρτικές ομάδες.

Αυτές τις μικρές κι άτακτες στην αρχή ομάδες άρχισα να οργανώνω σε τακτικά κι αξιόμαχα ανταρτικά σώματα με τη μακρά πείρα που είχα αποκτήσει απ' τον αγώνα μας στη Μακεδονία. Τα σώματα αυτά γρήγορα πολλαπλασιάστηκαν. Κι αφού απέκτησαν άξιους και εμπειροπόλεμους αρχηγούς, που εγώ ο ίδιος τους έδινα το χρίσμα, εξελίχτηκαν σε πραγματικά στρατιωτικά σώματα, που είχε το καθένα υπό την προστασία του και την απόλυτη δικαιοδοσία του ένα τμήμα της επαρχίας.

(Θρεψιάδου-Μπέλλου Αντιγόνη, «Μορφές Μακεδονομάχων και τα ποντιακά του Γερμανού Καραβαγγέλη», Αθήνα 1984.)







Το Αρκάδι του Πόντου
Στην Κρήτη, ο Κώστας Γιαμπουδάκης, τη στιγμή που οι Τούρκοι έμπαιναν στη Μονή του Αρκαδίου, πυροβολεί στην πυριτιδαποθήκη και όλοι μαζί, Έλληνες και Τούρκοι, τινάζονται στον αέρα. Έτσι γράφτηκε μια ακόμα εποποιία του Ελληνισμού. Ήταν μια ηρωική πράξη. Μια απόφαση της στιγμής ενός παλικαριού. Το ολοκαύτωμα έμεινε στην ιστορία, φωτίζοντας τον ορίζοντα της φυλής.

Το ίδιο έγινε και στο Σούλι και αλλού με τους: Σαμουήλ, Καψά­λη, Βρατσάνο, Γεωργάκη Ολύμπιο κ.ά. Αυτό όμως που έγινε στον Πόντο δεν έχει ξαναγίνει πουθενά. Να τι μας παραδίδει η ζωντανή ακόμα μέχρι τις μέρες μας παράδοση:

Οι σφαίρες των υπερασπιστών του σπηλαίου που υπεράσπιζαν οι πολεμιστές με εξακόσια και πλέον γυναικόπαιδα τελείωσαν. Άλλη λύση δεν υπήρχε παρά μόνο η παράδοση.

«Υπάρχει κι άλλη λύση», φωνάζει ο αρχηγός Καραβασίλογλου Γιώργης. «Θα παραδώσουμε τα πτώματά μας στους Τούρκους. Θα σκοτώσει ο ένας τον άλλον για να σώσουμε τα γυναικόπαιδα».

Κοιτάζονται τα παλικάρια ίσια στα μάτια. Η απόφαση είναι σκληρή, είναι απόφαση υπέρτατης θυσίας. Τη δέχονται όλοι, αφού θα σωθούν 650 περίπου γυναικόπαιδα. Δίνει το περίστροφο στον Ταγκάλ Γιώργη.

«Θα μας σκοτώσεις όλους και αφού σηκώσεις άσπρη σημαία θα σκοτωθείς και εσύ».

Αγκαλιάζονται και φιλιούνται οι άγριοι πολεμιστές με δάκρυα στα μάτια. Οι θρήνοι των γυναικών και τα κλάματα των παιδιών έρχονται στ' αυτιά τους σα μοιρολόγια. «Για την πίστη και την πατρίδα μας», λέει με συγκινητική και βροντερή φωνή ο αρχηγός.

Ο Ταγκάλ Γιώργης πυροβολεί. Ο πρώτος υπερασπιστής του σπηλαίου πέφτει. Ύστερα άλλος κι άλλος κι άλλος. Φτάνει στα δύο του παιδιά, σταματάει λίγο, τα κοιτάζει κατάματα, βλέπει τα θαρραλέα μάτια τους και ύστερα ρίχνει. Δεν ξέρει πια τίποτα. Δε βλέπει. Ρίχνει συνέχεια. Ύστερα σταματάει για λίγο. Αρπάζει ένα άσπρο πανί το καρφώνει στο ξίφος του και το σηκώνει ψηλά.

Οι Τούρκοι βλέποντας την άσπρη σημαία τους αλαλάζουν από τη χαρά τους.

«Γιασασίν, γιασασίν, τεσλίμ γκιαουρλάρ», ακούγονται οι ζητωκραυγές τους. Πλησιάζουν οι Τούρκοι. Να, ένας τσετές ανεβαίνει κιόλας προς το σπήλαιο. Ο Ταγκάλ Γιώργης κοιτάζει την κάννη του περιστρόφου του και ύστερα πιέζει τη σκανδάλη. Ο τελευταίος των γενναίων υπερασπιστών πέφτει μαζί με τη λευκή σημαία του. Οι άντρες, οι Έλληνες, είναι όλοι νεκροί. Για την τύχη των γυναικόπαιδων το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι έγιναν έρμαια της άγριας βουλιμίας των βαρβάρων της Ανατολής. Και το ολοκαύτωμα αυτό έμεινε στην αφάνεια και διασώθηκε μόνο στην παράδοση.

(Αχιλ. Ανθεμίδη, «Τα απελευθερωτικά στρατεύματα του Ποντιακού Ελληνισμού 1912-24».)



Πηγή κειμένου


Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Γράψτε το σχόλιό σας, στα πλαίσια της ευγένειας και της ευπρέπειας.