Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιαπωνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιαπωνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 27 Μαρτίου 2024

Στις αμμουδιές της Ιβοζίμα

Η ύψωση της αμερικανικής σημαίας στην Ιβοζίμα στις 23 Φεβρουαρίου 1945, στην κορυφή του υψώματος Σουριμπάσι.
Πηγή φωτογραφίας

 
Η μάχη της Ιβοζίμα κράτησε από τις 19 Φεβρουαρίου μέχρι τις 26 Μαρτίου του 1945. Η επιχείρηση "Detachment", αυτή ήταν η κωδική ονομασία της, ήταν μια κλασσική αποβατική επιχείρηση των Αμερικανών Πεζοναυτών, που έγινε στο ομώνυμο νησί, με σκοπό την κατάληψη των τριών στρατιωτικών, ιαπωνικών αεροδρομίων, επάνω σ' αυτό.


Πηγή Wikipedia


Η στρατηγική(;) θέση του νησιού, σε σχέση με την απόστασή του από τις ιαπωνικές ακτές, βάρυνε σημαντικά στην απόφαση  για την κατάληψή του από τους Αμερικανούς. Κατ' αρχή αποστερούσε τους Ιάπωνες από μία ακόμη προωθημένη αεροπορική βάση εξορμήσεων. Το σημαντικότερο βέβαια ήταν ότι έδινε στους Αμερικανούς το πλεονέκτημα να έχουν αυτοί πλέον αντίστοιχη προωθημένη βάση κοντά στις εχθρικές γι' αυτούς ακτές και να επηρεάζουν την περιοχή ΔΜ του αντιπάλου. 

Αυτή ήταν η επίσημη εκδοχή. Δεν θα μπορούσε να γίνει από αλλού η προσβολή της ιαπωνικής ενδοχώρας με λιγότερο κόστος σε ζωές; Αυτό το ερώτημα άρχισε να εμφανίζεται μετά την κατάληψη που είχε σαν συνέπεια τον θάνατο 7.000 Αμερικανών Πεζοναυτών και τον τραυματισμό άλλων 19.000 ανδρών. Από τους 22.000 Ιάπωνες, μόνο 216 πιάστηκαν αιχμάλωτοι, ενώ όλοι οι άλλοι σκοτώθηκαν.

Την απόβαση την εκτέλεσε το V Σώμα Πεζοναυτών  αποτελούμενο από τις 3η, 4η και 5η Μεραρχίες με συνολική δύναμη 70.000 ανδρών περίπου. Ο Διοικητής της Αμφίβιας Δύναμης Επιχειρήσεων (ΔΑΔΕ) ήταν ο Ναύαρχος Νίμιτς και ο Διοικητής Αποβατικών Στρατευμάτων (ΔΑΣ) ο Στρατηγός Χόλαντ  Σμιθ.

Το νησί κυριολεκτικά κάηκε! Ήταν η πιο αιματηρή μάχη που αντιμετώπισαν οι Πεζοναύτες στον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ας δούμε συνοπτικά μερικά πράγματα που πρέπει να ειπωθούν.

 Οι Ιάπωνες ήθελαν οπωσδήποτε να κρατήσουν αυτό το νησί, γιατί είχαν χάσει μέχρι τότε τα νησιά Μάρσαλ και τις Καρολίνες. Γι' αυτούς ήταν "ζωτικό έδαφος", αφού απαγόρευε στους Αμερικάνους να έχουν πρόσβαση στις ακτές της πατρίδας τους με τα βομβαρδιστικά τους.  Άρχισαν την αμυντική του οργάνωση από το Μάρτιο του 1944, αφού έκαναν επανεκτίμηση της κατάστασης για την έκβαση του πολέμου.



Νήσος Ιβοζίμα (Πηγή: Google maps)

Το νησί βρίσκεται  650 ναυτικά μίλια (1200 χλμ) νότια από το Τόκιο. Έχει έκταση 21 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Το πλέον δεσπόζον ύψωμα είναι το Σουριμπάτσι με ύψος 161 μέτρων, στα νότια του νησιού. Είναι καθαρά ηφαιστειογενές με σχετικά πυκνή βλάστηση στο εσωτερικό και με δύσκολο και σκληρό έδαφος, ασυνήθιστα επίπεδο στο κέντρο του. Γι αυτό και επιλέχθηκε για προκεχωρημένη αεροπορική βάση της ιαπωνικής αυτοκρατορικής αεροπορίας.

Tο ύψωμα Σουριμπάσι στην Ιβοζίμα (Πηγή Google maps)
Οι Αμερικανοί από την άλλη πλευρά το θεώρησαν σαν στρατηγικό αντικειμενικό σκοπό. Αργότερα αποκαλύφθηκε ότι το ήθελαν για βάση ανεφοδιασμού των βομβαρδιστικών Β-29, κάποια από τα οποία,  θα μετέφεραν αργότερα και τις ατομικές βόμβες για ρίψη στο Ναγκασάκι και στη Χιροσίμα! Αυτή ίσως να είναι  μια αδικαιολόγητη "δικαιολογία", για τις τόσο μεγάλες απώλειες σε ανθρώπινες ζωές. Δεν πήγαν τάχα χαμένες, γιατί η κατάληψη του νησιού συνέβαλε στο γρήγορο τέλος του πολέμου! Με εκατόμβες νεκρών αμάχων, δυστυχώς!

Ο Ιάπωνας στρατηγός Τανταμίσι Κουριμπαγιάσι, που είχε αναλάβει την αμυντική οργάνωση του νησιού, έκανε καλή δουλειά! Εφάρμοσε την αρχή της περιμετρικής άμυνας, εκμεταλλευόμενος στο έπακρο τη φυσική διαμόρφωση του εδάφους. Έγιναν οχυρώσεις και υπόγεια καταλύματα, οργανώθηκε πλέγμα υπόγειων διαδρόμων επικοινωνίας συνολικού μήκους 12 χιλιομέτρων, μεταξύ θέσεων ομαδικών όπλων, όλμων και πολυβόλων, εξετάσθηκαν όλες οι απυρόβλητες περιοχές και καλύφθηκαν με παγιδεύσεις, δοκιμάσθηκαν αντεπιθέσεις, οργανώθηκαν κωλύματα και τοποθετήθηκαν ναρκοπέδια σε όλες τις πιθανές ακτές απόβασης αλλά και στο εσωτερικό του νησιού, δημιουργώντας χώρους καταστροφής εχθρικού προσωπικού και μέσων.

Το πυροβολικό του έκανε επισημάνσεις χαρακτηριστικών σημείων και τοπογραφική οργάνωση για προσβολή στόχων, οπουδήποτε στο νησί, επιλέγοντας πολλές υπόγειες και καλά καλυμμένες θέσεις βολής. Παράλληλα χρησιμοποίησε πάρα πολύ τους Ελεύθερους Σκοπευτές για την προσβολή Αμερικανών στρατιωτών, κυρίως ηγητόρων και χειριστών ομαδικών όπλων. Έγιναν εξονυχιστικές αναγνωρίσεις, και επελέγησαν κατάλληλες θέσεις βολής κατά μήκος προσβάσεων από τις ακτές προς το εσωτερικό του νησιού.

Η άμυνα του νησιού χωρίσθηκε σε δυο τομείς το βόρειο και το νότιο στον οποίο δέσποζε το περίφημο ύψωμα Σουριμπάτσι, εκεί που υψώθηκε η αμερικανική σημαία και αποθανατίστηκε με φωτογραφία η οποία έγινε έμβλημα των Αμερικανών Πεζοναυτών. Με διαταγή του,  ο Στρατηγός, απαγόρευσε τις αντεπιθέσεις αυτοκτονίας των στρατιωτών του, τις γνωστές σαν "έφοδος banzai" από την αντίστοιχη πολεμική ιαχή των Ιαπώνων. Ήταν έφοδος απελπισίας ή αυτοκτονίας καλύτερα, όταν η μάχη ήταν χαμένη και ο αξιοπρεπής θάνατος ήταν προτιμότερος του εξευτελισμού της αιχμαλωσίας. Γιατί το έκανε αυτό;

Οι Ιάπωνες είχαν χάσει την ναυτική κυριαρχία στη θάλασσα και αεροπορική υπεροχή ήταν πλέον αμφισβητούμενη. Όταν άρχισαν να οργανώνουν αμυντικά το νησί, ήξεραν ότι δεν μπορούν να το υποστηρίξουν ούτε με ναυτικές δυνάμεις, αλλά ούτε και με αεροπορικές. Διέθεσαν ένα περιορισμένο αριθμό πιλότων καμικάζι στον Στρατηγό Κουριμπαγιάσι, για να τους χρησιμοποιήσει όπως αυτός θα εκτιμούσε. Η κύρια επιδίωξη ήταν η άμυνα μέχρις εσχάτων και η πρόκληση μεγάλων απωλειών στον αντίπαλο έτσι ώστε να διστάζει πλέον να σκέφτεται απόβαση στην Ιαπωνία. Επομένως οι Ιάπωνες επιτελείς ήξεραν εκ των προτέρων την έκβαση του αγώνα, όπως την ήξερε και ο Στρατηγός. Οι έφοδοι
αυτοκτονίας, θα επιτάχυναν την νίκη των Αμερικανών και ο Στρατηγός δεν το ήθελε αυτό.

Οι Αμερικανοί δεν ήξεραν όλα αυτά, αλλά γνώριζαν πολύ καλά την τακτική των Ιαπώνων από τις προηγούμενες μάχες που είχαν δώσει. Έτσι λοιπόν, σύμφωνα με το δόγμα αμφιβίων επιχειρήσεων, αφού εξασφάλισαν την αεροπορική και τη ναυτική υπεροχή, απομόνωσαν το νησί και άρχισαν από τις 15 Φεβρουαρίου του 1945, να το "μαλακώνουν", εκπέμποντας ισχυρό πυρ, από ναυτικό πυροβολικό και την αεροπορία! Το νησί κυριολεκτικά κατέβηκε, από τον τόσο έντονο βομβαρδισμό, που κράτησε μέχρι το πρωί της 19 Φεβρουαρίου.Τα καταδρομικά τους μπορούσαν να εκπέμπουν πυρά για σχεδόν έξι ώρες χωρίς σταματημό και μετά τον ανεφοδιασμό άλλο τόσο και άλλο τόσο...Η αρμάδα χτύπαγε από όλες τις πλευρές, προσπαθώντας να εξουδετερώσει κάθε αντίσταση στις προεπιλεγμένες ακτές αποβάσεως.

Στις 17 Φεβρουαρίου, ένα ειδικό τμήμα βατραχανθρώπων, διείσδυσε σε προκαθορισμένη ακτή για αναγνώριση. Οι Ιάπωνες όμως τους αντιλήφθηκαν και τους πυροβόλησαν. Ένας σκοτώθηκε και η ομάδα αποχώρησε εσπευσμένα. Δεν ξανάγινε άλλη απόπειρα εκτέλεσης ειδικών επιχειρήσεων, όπως τουλάχιστον φαίνεται από τα ιστορικά αρχεία.




Οι Ιάπωνες που ήξεραν τι τους περιμένει, είχαν οργανωθεί καλά, κρυμμένοι στα βάθη της γης. Μόλις τελείωσε ο βομβαρδισμός ξανανέβηκαν στην επιφάνεια και πήραν θέσεις. Η απόβαση ξεκίνησε στις 08.59 το πρωί της 19 Φεβρουαρίου 1945. Οι Πεζοναύτες του πρώτου κύματος, όρμησαν από τις  ΑΒΑΚ στην ακτή! Καμία αντίσταση. Παντού επικρατούσε νεκρική σιγή. Βγήκε το πρώτο τάγμα, για ν' ακολουθήσει το επόμενο κύμα. Άρχισαν να συσσωρεύονται στην ακτή, ξεθαρρεμένοι, έχοντας την εντύπωση ότι τελικά ο βομβαρδισμός είχε κάνει τη δουλειά γι' αυτούς. Άρχισαν δειλά-δειλά και στη συνέχεια πιο γρήγορα να προχωρούν στο εσωτερικό. Εκεί τους περίμενε η θανάσιμη έκπληξη!

Ο Ιάπωνας Στρατηγός, είχε δώσει την εντολή, να αφήσουν τον εχθρό να συγκεντρωθεί πρώτα στην ακτή, και στη συνέχεια με διαταγή του να τον κτυπήσουν αφανίζοντάς τον. Έτσι και έγινε! Άρχισε το μακελειό. Από παντού ξεφύτρωναν οι Γιαπωνέζοι και κτυπούσαν αλύπητα. Το πεδίο της μάχης εκτυλίχτηκε σε κόλαση για τους Αμερικανούς Πεζοναύτες. Το ιαπωνικό πυροβολικό, έπληττε στόχους παντού κατά μήκος των ακτών και όχι μόνο. Άρχισε ένας αγώνας που έφτασε μέχρι  και πάλη σώμα με σώμα. Όπου δεν μπορούσαν οι σφαίρες, δούλευαν οι ξιφολόγχες.

Αμερικανός πεζοναύτης με φλογοβόλο όπλο. Μέχρι και την 10ετία του 70 το φλογοβόλο υπήρχε και στον ελληνικό στρατό. (Πηγή φωτογραφίας)

Οι Αμερικανοί Πεζοναύτες, μετά τον πρώτο αιφνιδιασμό, άρχισαν πιο μεθοδικά τον αγώνα. Ισχυρά πυρά πυροβολικού, "σκούπιζαν" μπροστά από τα τμήματα το έδαφος. Ακολουθούσαν οι Πεζοναύτες, οι οποίοι, πλησίαζαν τις εχθρικές θέσεις και έκαιγαν με το τότε νέο όπλο το φλογοβόλο, τους Γιαπωνέζους που βρίσκονταν χωμένοι μέσα στις τρύπες του εδάφους. Δεν παραδινόντουσαν! Προτιμούσαν τον θάνατο.

Οι προωθημένοι Αμερικανοί Πεζοναύτες παρατηρητές, κατεύθυναν τα πυρά πυροβολικού, ναυτικού και επίγειου, σε στόχους που εντόπιζαν. Το προγεφύρωμα είχε διευρυνθεί, πολλά μέσα, πυροβολικό και άρματα είχαν βγει στην ξηρά. Μπόρεσαν και εξασφάλισαν τα σημεία αποβίβασης, Από τα άρματα, το πιο εντυπωσιακό ήταν ο τύπος άρματος φλογοβόλου που έκανε γρήγορη και αποτελεσματική εκκαθάριση οχυρωματικών θέσεων των Ιαπώνων.

Οι ημέρες περνούσαν και οι μάχες συνέχιζαν να είναι σφοδρές. Σκηνές ηρωισμού εκτυλίχθηκαν και από τις δύο πλευρές. Ο αγώνας μικρών κλιμακίων είχε το προβάδισμα. Οι ομάδες των Πεζοναυτών κινούνταν, προσπαθώντας να αποφύγουν τα πολυβολεία, με πυρ και κίνηση πλησίαζαν τις τρύπες, έριχναν χειροβομβίδες, ο φλογοβολητής πλησίαζε, καρβούνιαζε τα πάντα και συνέχιζαν όλοι για την επόμενη τρύπα. Δεν προλάβαιναν να απομακρυνθούν, και τους έρχονταν οι ριπές από πίσω. Η καμμένη τρύπα ξαναζωντάνευε ή από κάποιο άλλο πολυβολείο δέχονταν καταιγιστικά πυρά.

Αμερικανοί εισβάλλουν μέσα σε Σημείο Αντίστασης της ιαπωνικής αμυντικής περιμέτρου, μετά από ισχυρό βομβαρδισμό. (Πηγή)

Σε γυμνό έδαφος δίσταζαν πολύ να προχωρήσουν οι Αμερικανοί γιατί ήξεραν ότι δεν υπήρχε περίπτωση να μη τους θερίσουν τα εχθρικά πολυβόλα. Δεν μπορούσαν να καλυφθούν και το χειρότερο δεν μπορούσαν να σκάψουν ταχύσκαπτα ορύγματα με το ατομικό τους πτυοσκάπανο και να προστατευθούν, γιατί το έδαφος ήταν πολύ σκληρό. Από τη άλλη πλευρά οι Ελεύθεροι σκοπευτές, συνέχιζαν το εξοντωτικό τους έργο.

Όσο όμως περνούσαν οι ημέρες άρχισαν οι Ιάπωνες να κάμπτονται από τη δίψα και την πείνα. Έτσι ξεκίνησαν οι επιθέσεις αυτοκτονίας, ειδικά την νύκτα. Φοβερές οι απώλειες και από τις δύο πλευρές Τάγματα ξεκληρίζονταν σε διάστημα μερικών ωρών. Πριν από κάθε αμερικανική επίθεση, προηγείτο εκτέλεση πυρών.Το έμαθαν οι Γιαπωνέζοι και κρύβονταν. Μόλις τελείωνε το εχθρικό πυροβολικό, έβγαιναν και χτύπαγαν τους Πεζοναύτες. Αυτό έγινε σύντομα αντιληπτό και ξεκίνησαν οι Αμερικανοί τις "αθόρυβες" μη υποστηριζόμενες νυκτερινές επιθέσεις με θεαματική επιτυχία. Πάλι τα θύματα πολλά.


 Η μάχη της Ιβοζίμα  μέχρι σήμερα ακούγεται στο εμβατήριο των Αμερικανών Πεζοναυτών.

Στο τέλος έπεσε το Σουριμπάτσι και οι Ιάπωνες περιορίστηκαν στον βόρειο τομέα, με αρκετές δυνάμεις ακόμη. Άρχισε με σφοδρό βομβαρδισμό ο αποδεκατισμός! Το είχαν πάρει απόφαση οι Αμερικανοί, ότι Γιαπωνέζος ζωντανός δεν θα πιαστεί. Οι Γιαπωνέζοι είχαν ενημερωθεί από τους διοικητές τους ότι αν έπεφταν αιχμάλωτοι, οι Αμερικανοί θα τους βασάνιζαν οικτρά. Προτιμούσαν λοιπόν την αυτοκτονία.

Οι Αμερικανοί κατέλαβαν τα αεροδρόμια και τα πρώτα μαχητικά τους άρχισαν να προσγειώνονται και να τους υποστηρίζουν. Στις 21 Μαρτίου δόθηκε η τελευταία μάχη στο βόρειο τομέα με μια ακόμη επίθεση αυτοκτονίας των Ιαπώνων. Λέγεται ότι σ' αυτή συμμετείχε και ο Στρατηγός τους. Από τους 22.060 Ιάπωνες, σκοτώθηκαν 21.844. Μόνο 216 πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Και αυτοί έκπληκτοι διαπίστωσαν ότι οι Αμερικανοί δεν ήταν τα τέρατα που τους περίγραφαν. Τους έδιναν νερό, φαΐ και τσιγάρα! Τις 26.000 έφθασαν οι απώλειες των Αμερικανών εκ των οποίων 6.800 νεκροί. Ήταν μια ματωμένη νίκη.

Σ' αυτή τη μάχη οι απώλειες των Αμερικανών ξεπέρασαν αυτές των Γιαπωνέζων. Το νησί τελικά χρησιμοποιήθηκε από τα βομβαρδιστικά Β-29. Από τους Ιάπωνες υπερασπιστές οι δύο τελευταίοι εμφανίσθηκαν το ...1951! Μέχρι τότε κρυβόντουσαν και μπόρεσαν να αντέξουν. Έχει βγει έργο γι' αυτό.

Από τότε μέχρι σήμερα η τεχνική των αμφιβίων επιχειρήσεων έχει βελτιωθεί. Το βασικό δίδαγμα που ενδιαφέρει είναι ότι κατά την εκτέλεση αποβατικών επιχειρήσεων, οι επιχειρήσεις προκεχωρημένης δύναμης είναι απαραίτητες. Η ειδική αναγνώριση και οι καταδρομικές ενέργειες πρέπει να προηγούνται. Τα πολλά θύματα από έλλειψη πληροφοριών το αποδεικνύουν.

Από τη άλλη πλευρά, η σωστή και σε βάθος αμυντική οργάνωση του νησιού πετυχαίνει πολλά πλήγματα στον αντίπαλο. Οι ελεύθεροι σκοπευτές, προκαλούν πολλές ζημιές στο εχθρικό προσωπικό, αν χρησιμοποιηθούν σωστά. Το κυριότερο όμως είναι ότι αν δεν υπάρχει ναυτική και αεροπορική υποστήριξη, το νησί όση  στρατιωτική δύναμη και αν έχει επάνω του, θα "πέσει".

Αυτά έγιναν κάποτε στις αμμουδιές της Ιβοζίμα, που αποτέλεσαν και θέμα κινηματογραφικών ταινιών. Αν έχετε όρεξη, δείτε μία ΕΔΩ.

Ανιχνευτής

Πηγή













Τετάρτη 15 Ιουλίου 2020

Η επίθεση στον Ειρηνικό

Απόβαση στη Σαϊπάν 15 Ιουν 1945
Υπάρχουν πάνω από 10000 νησιά στο Ειρηνικό Ωκεανό, που βρίσκονται μεταξύ της Ασίας και της Αμερικής, η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων έχει μικρή γεωπολιτική σημασία σε περιόδους ειρήνης. Κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου όμως, πολλά από αυτά αποτέλεσαν  προκεχωρημένες βάσεις επιχειρήσεων της ένοπλης σύγκρουσης μεταξύ δύο εθνών  που βρίσκονταν σε μεγάλη απόσταση μεταξύ τους: της Ιαπωνίας και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. 

Το πολεμικό και δραματικό ντοκιμαντέρ που παραθέτω παρακάτω, είναι τραβηγμένο από την Υπηρεσία  Ενημερώσεως Ενόπλων Δυνάμεων των ΗΠΑ και ολοκληρώθηκε ένα χρόνο πριν από το τέλος του πολέμου.

Μετά από μια πολύτιμη εισαγωγή που περιγράφει την επικρατούσα κατάσταση στα διάφορα νησιά του Ειρηνικού κάνει μια αποτελεσματική χρήση σχηματικών παραστάσεων και γραφικών για να περιγράψει την εξάπλωση της ιαπωνικής στρατιωτικής δύναμης από τη βάση της, μέχρι  νότια  στην Αυστραλία,  και την προσβολή αμερικανικών βάσεων, συμπεριλαμβανομένης της επίθεσης στο Περλ Χάρμπορ. 

Παρέχει εξαιρετική επεξήγηση της προετοιμασίας των συμμαχικών δυνάμεων   και ιδιαίτερα των ΗΠΑ,  για την εκτέλεση  αντεπιθέσεων εναντίον της Ιαπωνίας, με  προώθηση από νησί σε νησί, κατόπιν αιματηρών αγώνων. 

Σημειώνεται ότι όλες οι σκηνές γυρίστηκαν από πολεμικούς ανταποκριτές που ακολουθούσαν από κοντά τις μαχόμενες δυνάμεις. Πολύ καλό ιστορικό βίντεο που εντυπωσιάζει.


Ανιχνευτής






Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2020

Οι καταδρομείς της ζούγκλας

Ένα τμήμα Σίντιτς εκτελεί διέλευση ποταμού στη Βιρμανία. Στρατιώτες που έπασχαν από δυσεντερία, συχνά βάδιζαν γυμνοί από τη μέση και κάτω, γιατί αναγκάζονταν να..αφοδεύουν κατά την κίνηση χωρίς να σταματούν, για να μη καθυστερούν την φάλαγγα. (Πηγή)
Τον Δεκέμβριο του 1941, οι Ιάπωνες κήρυξαν τον πόλεμο στη Μ. Βρετανία και στις ΗΠΑ. Ήταν ήδη σε πόλεμο με την Κίνα από το 1931 και είχαν εγκαταστήσει δυνάμεις σε στρατηγικά σημεία μέσα στην Άπω Ανατολή, οι οποίες ήταν σε ετοιμότητα ανάληψης επιθετικών επιχειρήσεων. 

Με τη μέθοδο του αστραπιαίου πολέμου προχώρησαν στην προσβολή του Περλ Χάρμπορ, του Χονγκ Κονγκ και της Μαλαισίας. Οι Βρετανοί ηττήθηκαν ατιμωτικά και υποχώρησαν στην Βιρμανία (σημερινή Μιανμάρ).

Τον Ιανουάριο του 1942 οι Ιάπωνες εισβάλλουν και στη Βιρμανία. Τα βρετανικά στρατεύματα  που αμύνονταν στην ευρεία περιοχή είχαν τεθεί υπό την διοίκηση του στρατηγού Γουέιβελ, ανώτατου διοικητή στην Ινδία γνωστού από την διοίκησή του στη Μέση Ανατολή. Τότε, τον Μάρτιο του 1942, το βρετανικό Υπουργείο Πολέμου, έθεσε στη διάθεσή του στρατηγού Γουέιβελ, έναν αντισυνταγματάρχη, τον Όρντ Γουίνγκεϊτ, ο οποίος είχε εκτελέσει με επιτυχία επιχειρήσεις εναντίον των Αράβων ανταρτών από το 1936 έως το 1939  στην Παλαιστίνη (από τότε, επί βρετανικής αποικιοκρατίας είχε ξεκινήσει το αντάρτικο εκεί) και στην Αβησσυνία, εναντίον ιταλικών στρατευμάτων, ενεργώντας σαν αντάρτης αυτή τη φορά. Ήταν λοιπόν ο κατάλληλος άνθρωπος για την οργάνωση και διεξαγωγή ανταρτοπολέμου και στη Βιρμανία και αυτή την εντολή πήρε από τον Γουέιβελ, ο οποίος τον γνώριζε από τις επιχειρήσεις της Παλαιστίνης, τότε που ήταν στρατιωτικός διοικητής στο στρατηγείο της Ιερουσαλήμ.

Ο Γουίνγκεϊτ, κατέστρωσε λεπτομερές σχέδιο και ξεκίνησε από την αρχή! Δηλαδή ευρεία αναγνώριση της βόρειας Βιρμανίας, όπου θα ενεργούσε η "ανταρτική" δύναμη, στα μετόπισθεν των ιαπωνικών δυνάμεων.

Προσπαθώντας να βρει τον καλύτερο δυνατό τρόπο ενέργειας, κατέληξε σε μια θεωρία, που την ονόμασε "Θεωρία της βαθιάς διείσδυσης". Σύμφωνα μ' αυτήν, στρατιωτικά τμήματα, θα μπορούσαν να διεισδύσουν μέσα στην τεράστια ζούγκλα και να παραμείνουν για μεγάλα χρονικά διαστήματα, ανεφοδιαζόμενα απ' αέρος με τ' απαραίτητα υλικά και εφόδια και υποστηριζόμενα με πυρά της πολεμικής αεροπορίας, αφού δεν υπήρχε πυροβολικό. Θα οργανώνονταν σε φάλαγγες, αρκετά ισχυρές για να προκαλούν ζημιά στις εγκαταστάσεις μετόπισθεν και στις γραμμές συγκοινωνιών του αντιπάλου, αλλά και αρκετά ευέλικτες για να διαφεύγουν μέσα στην παρθένα ζούγκλα, σε περίπτωση που ο αντίπαλος γινόταν ισχυρότερος. Στην ουσία δηλαδή δεν ήταν καθαρός ανταρτοπόλεμος, αφού τα τμήματα ήταν αμιγώς στρατιωτικά, αλλά θα μπορούσαμε να τον χαρακτηρίσουμε με την ορολογία του σήμερα, σαν "καταδρομικές επιχειρήσεις από βάσεις στα μετόπισθεν του εχθρού".

Η "θεωρία" έγινε πράξη με την αρχική έγκριση του σχεδίου και ξεκίνησε η οργάνωση. Ο Γουίνγκεϊτ σχημάτισε με τις δυνάμεις που του διέθεσαν, μία ταξιαρχία η οποία ονομάσθηκε 77η ινδική ταξιαρχία πεζικού. Συγκροτήθηκε δε, από σχετικά ανομοιόμορφες μονάδες όπως:

  • Το 13ο τάγμα του συντάγματος του Βασιλέως (Λίβερπουλ), μια δεύτερης κατηγορίας μονάδα, με στρατιώτες μεγάλης ηλικίας
  • Το 2ο τάγμα Γκούρκας, νέα μονάδα εκείνης της εποχής.
  • Τον 142 λόχο Κομάντος, που αποτελούνταν από προσωπικό του βρετανικού σχολείου επιβίωσης στη ζούγκλα της Βιρμανίας.
  • Το 2ο τάγμα πεζικού Βιρμανίας, που συγκροτήθηκε από ιθαγενείς στρατιώτες διαφόρων μονάδων που υποχώρησαν  και διέφυγαν προς Ινδία, μετά την εισβολή των Ιαπώνων στη χώρα τους.
  • Οκτώ στοιχεία επικοινωνιών της RAF (βασιλικής πολεμικής αεροπορίας), δηλαδή προσωπικό κατάλληλα εκπαιδευμένο στα καθήκοντα ελεγκτού αέρος (ΑΕΛΑ) για κατεύθυνση αεροσκαφών και αεροπορικών πυρών. 
  • Λόχο Διαβιβάσεων
  • Λόχο Μεταφορών με μουλάρια.
Όλο αυτό το ακατέργαστο συνονθύλευμα ανόμοιων μονάδων και ατόμων, έπρεπε να διαμορφωθεί σε μια ειδική δύναμη επιχειρήσεων, ικανή στη διεξαγωγή αγώνα στη ζούγκλα.

Ξεκίνησε η εκπαίδευση για διαβίωση στη ζούγκλα το καλοκαίρι του 1942, κατά τη διάρκεια της περιόδου των βροχών. "Εχθρός, Καιρός, Έδαφος" ήταν τα τρία βασικά στοιχεία στα οποία έπρεπε να εξοικειωθεί το προσωπικό, αλλά και να βασιστεί η σχεδίαση των επιχειρήσεων. Ατομική τακτική εκπαίδευση, βολές με όλα τα όπλα, προσανατολισμός και τήρηση κατεύθυνσης με και χωρίς χάρτη και πυξίδα, εκρηκτικές ύλες, νάρκες, παγίδες και καταστροφές, πορείες μέσα στη ζούγκλα της κεντρικής Ινδίας, διαβίωση με οποιεσδήποτε καιρικές συνθήκες, εκπαίδευση στο χειρισμό των μουλαριών, διέλευση υδατίνων κωλυμάτων, τακτικές ασκήσεις και διεξαγωγή αγώνα μέσα σε ζούγκλα, εκτέλεση δολιοφθορών και ενεδρών, αναγνώριση ταυτότητας εχθρικού προσωπικού και υλικού, οργάνωση αεροδιαδρόμων προσγείωσης  αεροσκαφών και ζωνών ρίψεως εφοδίων ήταν τα βασικά αντικείμενα, παράλληλα με την βελτίωση της φυσικής κατάστασης του προσωπικού.

Οι βαθμοφόροι εκπαιδεύτηκαν στις αιτήσεις αεροπορικών πυρών και στην κατεύθυνση των αεροσκαφών για την προσβολή επίγειων στόχων. Ο Γουίνγκεϊτ, έδωσε μεγάλη σημασία στις ασκήσεις άμεσης αντίδρασης, (όπως αποφυγή, ενέδρας ή επαφής με εχθρό) και στις τυποποιημένες ενέργειες στρατευμάτων (όπως εγκατάσταση στρατοπεδίας ή οργάνωση ΖΡ), των οποίων θα μπορούσαμε να πούμε ότι ήταν ο πρωτεργάτης στο βρετανικό στρατό. Έτσι πίστευε ότι το προσωπικό θ' αντιδρούσε άμεσα σε έκτακτες καταστάσεις, χωρίς να περιμένει τους αξιωματικούς να δίνουν συνεχείς εντολές για απλά πράγματα, ώστε να μπορούν να επικεντρώνουν την προσοχή τους στην ουσιαστική εκτίμηση μιας κατάστασης και να διευθύνουν τις επιχειρήσεις. Αποδείχτηκε μεταγενέστερα ή ορθότητα της σκέψης του.

Τα μουλάρια ήταν το βασικότερο μεταφορικό μέσον, ιδιαίτερα πολύτιμο  για τη νεοσυγκροτηθείσα δύναμη, γιατί με αυτά θα μεταφέρονταν όλα τα εφόδια και υλικά τα μέσα επικοινωνιών και ο βαρύς οπλισμός των μονάδων. Σαφώς δε και η ζωοτροφή! Χωρίς αυτή, το μεταφορικό μέσον δεν θ' άντεχε για πολύ!

Κατά τη διάρκεια της φάσης της εκπαίδευσης, βρέθηκε και τ' όνομα της Δύναμης Επιχειρήσεων: Chindits (Σίντιτς). Ήταν μια παραφθορά (στην προφορά) της τοπικής λέξης Chinthe ενός μυθικού πλάσματος της Βιρμανίας που μοιάζει με λιοντάρι και σαν άγαλμα κοσμεί όλες τις παγόδες, βάζοντάς το να στέκεται έξω σαν φύλακάς τους.

Σχεδιάγραμμα της εκστρατείας της Βιρμανίας (Burma), στο οποίο φαίνεται η ευρύτερη καταληφθείσα από τους Ιάπωνες περιοχή, και ο χώρος  όπου έδρασαν οι  Σίντιτς. (Πηγή)

Ο Γουίνγκεϊτ, έχοντας πλέον το βαθμό του ταξίαρχου, άφησε στην άκρη την τυπική οργάνωση βρετανικής ταξιαρχίας και τάγματος και από ενάρξεως της εκπαίδευσης, συγκρότησε  τη δύναμή του, σε οκτώ τμήματα επιπέδου διλοχίας, τα οποία ονόμασε φάλαγγες. (Έδωσε δε αυτή την ονομασία, γιατί στο μυαλό του είχε σχηματίσει την ιδέα της συνεχούς προχώρησης μέσα στην ζούγκλα, ώστε να μη δίνει τη δυνατότητα στον αντίπαλο να τους εντοπίζει. Ακόμη δεν είχε συλλάβει τη δημιουργία Χώρου ή Χώρων Απόκρυψης και διαβίωσης εκεί, όπου θα ήταν οι βάσεις εξόρμησης και διεξαγωγής καταδρομικών επιχειρήσεων.) Μετά το πέρας της εκπαίδευσης, αναγκάσθηκε να διαλύσει μια φάλαγγα (την υπ' αριθμ. 6) για να συμπληρώσει τα κενά των υπολοίπων σε προσωπικό, λόγω απωλειών υγείας και απομάκρυνσης των ακατάλληλων, κατά την φάση της προετοιμασίας.

Η κάθε φάλαγγα περιλάμβανε:
  • Διοίκηση και επιτελείο στο οποίο υπαγόταν ομάδα υγειονομικού με γιατρό και νοσοκόμους και ομάδα διαβιβάσεων 
  • Λόχο πεζικού με
          * εννέα στοιχεία οπλοπολυβόλων Μπρεν
          * δύο στοιχεία όλμων 2 ιντσών (51 χιλ)
  • Τμήμα υποστήριξης με 
          * τέσσερα αντιαρματικά τυφέκια Μπόις
          * δύο στοιχεία πολυβόλων Βίκερς
          * δύο στοιχεία ελαφρών αντιαεροπορικών πολυβόλων
  • Διμοιρία αναγνώρισης από το τάγμα πεζικού Βιρμανίας
  • Τμήμα δολιοφθορών από τον 142 λόχο Κομάντος
  • Στοιχείο επικοινωνιών της RAF με τους αντίστοιχους σταθμούς ασυρμάτων
  • Διμοιρία μεταφορών με 100 μουλάρια, 20 άλογα και 60 ημιονηγούς.
Βαρέα όπλα, ασύρματοι, εφεδρικά πυρομαχικά, εκρηκτικές ύλες, τροφές, και λοιπά υλικά, μεταφέρονταν με τα ζώα, τα οποία θα αποτελούσαν και τροφή έκτακτης ανάγκης, στην περίπτωση που η φάλαγγα δεν θα μπορούσε ν' ανεφοδιαστεί απ' αέρος και θα υπήρχε έλλειψη.

Ο ανεφοδιασμός από αέρος ανατέθηκε σε απόσπασμα της 31 Μοίρας της RAF  που διέθεσε για το σκοπό αυτό τρία αεροσκάφη τύπου Hudson  και τρία τύπου DC3. Παράλληλα διέθεταν και μαχητικά, ανάλογα με την κατάσταση που επικρατούσε.

Η συνολική δύναμη σε προσωπικό κυμαινόταν μεταξύ 300 και 370 ανδρών. Κάθε άνδρας μετέφερε ατομικό φόρτο 33 κιλών, στον οποίο περιλαμβάνονταν ο ατομικός οπλισμός, όπως τυφέκιο SMLE ή υποπολυβόλο Στεν , πυρομαχικά μετά του όπλου (περίπου 100 φυσίγγια), 2 έως 4 χειροβομβίδες, ένα μαχαίρι τύπου ματσέτα, ή ένα κούκρι, τροφή επτά ημερών, υφασμάτινο υπόθεμα εδάφους, και απαραίτητα ατομικά είδη (εφεδρική στολή, είδη καθαριότητας κλπ). Ο ατομικός φόρτος μεταφερόταν με τη βοήθεια μεταλλικού σκελετού μεταφοράς τύπου Έβερεστ, χωρίς σάκο μεταφοράς.

Η αρχική σχεδίαση, της όλης επιχείρησης, προέβλεπε, ότι η ενέργεια των Σίντιτς στα μετόπισθεν του εχθρού, θα ήταν ένα μέρος του γενικού σχεδίου επιθετικής επιστροφής των βρετανικών δυνάμεων στη βόρεια Βιρμανία για ανακατάληψή της. Η επιθετική ενέργεια αναβλήθηκε για αργότερα λόγω μη επαρκών δυνάμεων, αλλά μετά από επανεκτίμηση, εγκρίθηκε το εγχείρημα στα μετόπισθεν του εχθρού, προκειμένου να του προκαλέσει σύγχυση, φθορά, δέσμευση δυνάμεων στην περιοχή και καθυστέρηση στην ανάληψη επιθετικών ενεργειών εκ μέρους του. Παράλληλα η δύναμη θ' αποκτούσε πολύτιμη εμπειρία σε επιχειρήσεις ζούγκλας, που θα χρειαζόταν σε μελλοντικές ενέργειες του βρετανικού στρατού.

Ακολούθως στις 8 Φεβρουαρίου του 1943, ξεκίνησε η επιχείρηση αυτή, που είχε την κωδική ονομασία "Επιχείρηση Longcloth" και 3.000 εκπαιδευμένοι Σίντιτς, ξεκίνησαν από την περιοχή της ινδικής πόλης Ιμφάλ την πορεία τους  προς τη ζούγκλα της Βόρειας Βιρμανίας.

Ο Γουίνγκεϊτ, οργάνωσε τη δύναμη επιχειρήσεων όπως παρακάτω:

 1. Βόρειο Συγκρότημα, με τις υπ' αριθμ. 3, 4, 5, 7, 8 φάλαγγες και τη διοίκηση της ταξιαρχίας, συνολικής δύναμης 2.000 ανδρών και 700 μουλαριών. 

 2. Το Νότιο Συγκρότημα με τις υπ' αριθμ. 1 και 2 φάλαγγες και τη διοίκηση του συγκροτήματος, δυνάμεως 1.000 ανδρών και 250 μουλαριών.

Παράλληλα οργανώθηκε Βάση μετόπισθεν για τον συντονισμό και τον έλεγχο του ανεφοδιασμού και της υποστήριξης των φαλάγγων απ' αέρος, κατά την διάρκεια της επιχείρησης.

Οι κατευθύνσεις προχώρησης των δύο συγκροτημάτων, οι ενέργειες των φαλάγγων και τα περιστατικά που αντιμετώπισαν στο διάστημα των 4 μηνών που διήρκεσε η επιχείρηση, φαίνονται παραστατικά σε σχεδιάγραμμα ΕΔΩ.

 Στις 13 Φεβρουαρίου  τα συγκροτήματα διέσχισαν τον ποταμό Τσιντουίν, που αποτελεί παραπόταμο του μεγαλύτερου ποταμού Ιραγουάντι. Η ζούγκλα μεταξύ αυτών των δύο ποταμών, θ' αποτελούσε την περιοχή επιχειρήσεων των Σίντιτς για τους επόμενους 4 μήνες.  Η πορεία μέσα στην άγρια ζούγκλα χωρίς δρομολόγια, ούτε καν μονοπάτια εκείνη την εποχή, παρείχε μεν ασφάλεια, αλλά ήταν ιδιαίτερα κοπιαστική και χρονοβόρα, αφού έπρεπε οι φάλαγγες να ανοίγουν το δρόμο τους με ματσέτες και κούκρι, σε κάποιες δε περιπτώσεις χρησιμοποιούσαν και ελέφαντες από τους ντόπιους χωρικούς. Πολλές φορές λόγω δυσκολίας κίνησης, αναγκάζονταν ν' αφήνουν τραυματίες και ασθενείς σε χωριά που συναντούσαν, γιατί δεν μπορούσαν να τους μεταφέρουν μαζί τους.

Ο ανεφοδιασμός από τον αέρα πήρε μια διαφορετική διάσταση, αφού δεν ήταν εύκολο πάντα να βρίσκονται κατάλληλες επίπεδες ζώνες για τη ρίψη των εφοδίων. Έτσι ξεκίνησαν την επισήμανση σημείων ή περιοχών ρίψεως μέσα στη ζούγκλα, προσπαθώντας να διευκολύνουν τον εύκολο εντοπισμό τους με βάση χαρακτηριστικά σημεία του εδάφους (χαραδρώσεις, συμβολές ρεμάτων κλπ). Η περισυλλογή των εφοδίων και των υλικών δεν ήταν πάντα εύκολη από τις φάλαγγες, με αποτέλεσμα, ο μέσος όρος της ποσότητας της ημερήσιας μερίδας τροφής να είναι στο μισό της κανονικής. Σταδιακά, το προσωπικό, άρχισε να εξαντλείται.

Αρχικά οι φάλαγγες δεν συνάντησαν αντίσταση, αλλά πολύ σύντομα κάποια από τα τμήματα έγιναν αντιληπτά από ιαπωνικές μονάδες. Η αρχική εκτίμηση της ιαπωνικής διοίκησης ήταν ότι επρόκειτο για μικρά τμήματα αναγνώρισης. Όταν άρχισαν όμως οι συνεχείς προσβολές φυλακίων, οι εμπλοκές με ιαπωνικές περιπόλους και στο τέλος οι δολιοφθορές στις σιδηροδρομικές γέφυρες, άρχισαν να αντιλαμβάνονται τη δύναμη των Σίντιτς. Οι καταδρομείς της ζούγκλας άρχισαν να δημιουργούν πρόβλημα στον αντίπαλο.

Ο αιφνιδιασμός των Ιαπώνων ήταν μεγάλος, και τους δημιούργησε σύγχυση, μη γνωρίζοντας τις δυνατότητες των αντιπάλων, τις επιδιώξεις τους και τον τρόπο ανεφοδιασμού τους. Τρία συντάγματα των τριών ταγμάτων έκαστο, στάλθηκαν στην περιοχή, για τον εντοπισμό και την καταστροφή των εισβολέων. Οι Σίντιτς, μετέπεσαν από κυνηγοί, σε θηράματα πλέον.

Έχοντας άγνοια για τον τρόπο ανεφοδιασμού των αντιπάλων της, η ιαπωνική στρατιωτική διοίκηση, έστειλε στρατεύματα δυτικά των περιοχών όπου είχε εντοπίσει τμήματα των Σίντιτς, πιστεύοντας ότι έτσι θ' απέκοπτε τις επίγειες γραμμές ανεφοδιασμού τους. Στις 13 Μαρτίου του 1943, κατά τη διάρκεια οργάνωσης ΖΡ εφοδίων από το βόρειο συγκρότημα, έγινε επαφή με ιαπωνικό τμήμα που βρισκόταν κοντά στην περιοχή. Ο ανεφοδιασμός ακυρώθηκε, αλλά πλέον οι Ιάπωνες γνώριζαν τη μέθοδο τους.

Σ΄αυτή τη φάση, ήδη οι Σίντιτς βρίσκονταν σε μεγάλο βάθος εντός της εχθροκρατούμενης περιοχής, έχοντας ήδη διαβεί και τον Ιραγουάντι ποταμό. Η επάνοδος πίσω στην Ινδία,  ήταν πρόβλημα, ειδικά κατά την διάσχιση του του ποταμού, αφού οι Ιάπωνες είχαν ακροβολίσει δυνάμεις και επιτηρούσαν κατά μήκος των οχθών του. Οι Σίντιτς συνέχισαν την κίνησή τους ανατολικά προκαλώντας φθορές όπου μπορούσαν.

Τελικά στις 24 Μαρτίου, ο Γουίνγκεϊτ, έλαβε την διαταγή επανόδου. Είχε ήδη φτάσει στο όριο της εμβέλειας των αεροσκαφών ανεφοδιασμού. Επιπλέον η περιοχή μέσα στην οποία βρίσκονταν είχε λιγοστό νερό και πλήθος ιαπωνικών περιπόλων. Οι Ιάπωνες με μια μεγάλη πλέον δύναμη, προσπαθούσαν να περικυκλώσουν και να συλλάβουν τους Σίντιτς.

 Όλες οι φάλαγγες έλαβαν την εντολή της επιστροφής, με ανεξάρτητη κίνηση.Το προσωπικό είχε φτάσει στα όρια αντοχής του. Όσα ζώα δεν χρειάζονταν αφέθηκαν ελεύθερα. Οι καταδρομείς, άρρωστοι από δυσεντερία και υποσιτισμένοι, είχαν μπροστά τους ένα μεγάλο δρόμο επιστροφής, αυτή τη φορά κυνηγημένοι από τον εχθρό. Ξεκίνησαν την μεγάλη διαφυγή! Αρκετοί έπεσαν σε ενέδρες και σκοτώθηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν.

Μία φάλαγγα κινήθηκε προς το Βορρά και διέφυγε σε κινέζικο έδαφος.  Μια άλλη, αναγκάσθηκε να φτιάξει πρόχειρο αεροδιάδρομο αφού έκανε αποψίλωση για να μπορέσει ένα αεροσκάφος να προσγειωθεί και να παραλάβει τους άρρωστους και τους τραυματίες, ενώ οι υπόλοιποι με ...αυτοδιάλυση χωρίστηκαν σε μικρότερα τμήματα και προσπάθησαν να κάνουν διέλευση σε δύο ποταμούς για να επιστρέψουν στην Ινδία.

Μια άλλη φάλαγγα ζήτησε με εφοδιασμό απ' αέρος ελαστικές λέμβους και ζώνες ασφαλείας για να μπορέσει να κάνει τη διέλευση του ποταμού. Κάποιες φάλαγγες είχαν χάσει το ασύρματο υλικό τους και δεν μπορούσαν να επικοινωνήσουν για ανεφοδιασμό. Ευτυχώς γι' αυτές, αναγνωριστικά αεροσκάφη τις εντόπισαν και τους έριξαν τα απαραίτητα ιατροφαρμακευτικά υλικά και τρόφιμα.

Από τους 3.000 αξιωματικούς και οπλίτες συνολικά που συμμετείχαν στην επιχείρηση αυτή, μόνο οι 2.182 επέστρεψαν πίσω στις φίλιες γραμμές, μετά από 4 μήνες, έχοντας καλύψει με συνεχείς πορείες απόσταση από 1.600 έως 2.500 χιλιόμετρα, στα μετόπισθεν του εχθρού. Αν και είχαν υποφέρει από τις τροπικές ασθένειες και τον υποσιτισμό, διατήρησαν το ηθικό τους ψηλά και αισθάνονταν υπερήφανοι για το κατόρθωμά τους. Από όσους επέστρεψαν, μόνο οι 600 κρίθηκαν  ικανοί για μάχη μετά από ανάνηψη και συνέχισαν την ενεργό υπηρεσία τους. Οι υπόλοιποι, παρουσίασαν σοβαρά προβλήματα υγείας, που απαιτούσαν μακρόχρονη θεραπεία.

Οι Σίντιτς, είχαν κατορθώσει να διεισδύσουν στη ζούγκλα της βόρειας Βιρμανίας, να προκαλέσουν ζημιές στο σιδηροδρομικό δίκτυο της περιοχής και απώλειες στον ιαπωνικό στρατό. Είχαν αποδείξει την δυνατότητα εκτέλεσης βαθέων διεισδύσεων σε δύσκολο έδαφος  ζούγκλας σε εχθροκρατούμενη περιοχή.

Η θεωρία του Γουίνγκεϊτ, αποδείχτηκε εφικτή. Κατάλληλα εκπαιδευμένα καταδρομικά τμήματα μπορούσαν να διεισδύσουν στη ζούγκλα και να προκαλέσουν φθορά στα μετόπισθεν του αντίπαλου ο οποίος πλέον φάνηκε ότι δεν ήταν αήττητος. Πολύτιμα συμπεράσματα βγήκαν για τον χειρισμό των μεταφορικών ζώων, την αναγκαιότητα των ασύρματων επικοινωνιών και ιδιαίτερα για τον τρόπο ανεφοδιασμού απ' αέρος και συνέχιση επιχειρήσεων στη ζούγκλα, μέθοδος που δεν είχε δοκιμαστεί στο παρελθόν.

Οι Ιάπωνες αργότερα παραδέχτηκαν ότι οι Σίντιτς, ήταν ένας αντίπαλος τον οποίο αντιμετώπιζαν με μεγάλη δυσκολία. Αναγκάστηκαν να τροποποιούν συνεχώς τα σχέδιά τους και να καταπονούν τα στρατεύματά τους τα οποία παρέμεναν συνεχώς σε εγρήγορση, οπότε δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για επόμενη φάση επιθετικών επιχειρήσεων. Η σιδηροδρομική γραμμή Μανταλέι - Μιιτκίινα χτυπήθηκε επανειλλημένα σε 70 διαφορετικά σημεία και τέθηκε εκτός λειτουργίας για συνολικά 4 εβδομάδες, αναγκάζοντας τους Ιάπωνες να χρησιμοποιήσουν μακρύτερες και περιορισμένης δυνατότητας γραμμές συγκοινωνιών. Επιπλέον, 8 τάγματα πεζικού απαιτήθηκε να εμπλακούν σε αγώνα εναντίον των καταδρομέων, αποκλίνοντας από τη συμμετοχή τους σε άλλες σχεδιασμένες επιχειρήσεις.

Οι Σίντιτς αποτέλεσαν τις πρώτες δυνάμεις που ανταπέδωσαν κτυπήματα στους Ιάπωνες μετά την ήττα των συμμαχικών στρατευμάτων στη Βιρμανία και έδειξαν ότι μπορούν να  νικήσουν τοπικά και χρονικά, τους μέχρι τότε ανίκητους πολεμιστές της ζούγκλας. Η φήμη του φοβερού  Ιάπωνα πολεμιστή είχε προσβληθεί. Ειδικά αυτό, είχε ανέλπιστα θετικό αποτέλεσμα στο ηθικό των συμμαχικών στρατευμάτων στην Ινδία.

Ο Τσόρτσιλ εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ από την όλη επιχείρηση και το αποτέλεσμα που είχε κυρίως στο ηθικό του στρατού, ώστε να καλέσει τον Γουίνγκεϊτ για ενημέρωση και τελικά να εγκρίνει μια δεύτερη παρόμοια επιχείρηση που  θα συνδυαζόταν με την επιθετική επιστροφή των Βρετανών, αλλά θα ήταν μεγαλύτερης κλίμακας με 3 ταξιαρχίες Σίντιτς και δημιουργία βάσεων στα μετόπισθεν του εχθρού.

Αυτή τη φορά, οι καταδρομείς θα εισέρχονταν με αερομεταφορά και προσγείωση σε επιλεγμένες ζώνες προσγείωσης για να ξεκινήσουν από εκεί την επιχείρησή τους, η οποία δεν θα ήταν αμιγώς καταδρομική πλέον, αλλά θα χρησιμοποιούνταν και σε τακτικό αγώνα. Ο Γουίνγκεϊτ δεν θα ήταν μαζί τους όμως, γιατί τον πρόλαβε ο θάνατος σε αεροπορικό ατύχημα μέσα στη ζούγκλα.

Για την καταδρομική δύναμη και γενικά για τις ειδικές δυνάμεις, εκτός από τους θιασώτες υπήρξαν και πολλοί σκεπτικιστές και ίσως αντίθετοι στην χρησιμοποίησή τους. Οι τελευταίοι υποστήριζαν ότι το κόστος, ο χρόνος και το άριστο έμψυχο υλικό, σπαταλιόταν χωρίς πραγματικά αποτελέσματα. Βάζοντας κάτω το αποτέλεσμα των ειδικών επιχειρήσεων επί του αντιπάλου, έκριναν τότε, ότι θα ήταν καλύτερα αν υπήρχε μια ακόμη μεραρχία για συμβατικό αγώνα που θα ενίσχυε την κυρία προσπάθεια.

Μάλιστα ένας στρατηγός, κατηγόρησε τις ειδικές δυνάμεις σαν το αίτιο της υποβάθμισης του υπόλοιπου στρατού, αφού αποστερούσαν τους καλύτερους άνδρες από τις μονάδες, οι οποίοι ήθελαν να καταταγούν σ' αυτές. Παρ' όλα αυτά, παραδεχόταν την χρησιμότητα κάποιων συγκεκριμένων ειδικών μονάδων, που εκτελούσαν ειδικές αποστολές.

Και υπήρξαν τέτοιες στο θέατρο επιχειρήσεων της Ασίας και ειδικά στη Βιρμανία:

Υπήρχε η Δύναμη "Ζ" που ήταν μονάδα αναγνώρισης και συλλογής πληροφοριών, σε βάθος εντός της εχθρικής τοποθεσίας. Η διείσδυση γινόταν ανάλογα με την κατάσταση από ξηράς ή απ' αέρος με ρίψη ειδικών ομάδων. Το προσωπικό αποτελούταν από Βρετανούς και αυτόχθονες που γνώριζαν τη γλώσσα και τις διάφορες φυλές.

Η Δύναμη "V" ήταν μια άλλη ειδική μονάδα ανορθόδοξου πολέμου που σκοπό είχε πέραν της συλλογής πληροφοριών, την οργάνωση κινήματος αντίστασης του τοπικού πληθυσμού και την εκτέλεση δολιοφθορών. Είχε χωρίσει την ευρεία περιοχή σε τομείς ευθύνης μέσα στους οποίους ενεργούσε ένα συγκεκριμένο τμήμα ανορθόδοξου πολέμου. Το προσωπικό ήταν όχι μόνο στρατιωτικό αλλά είχαν καταταγεί και πολλοί πολίτες. Υπήρχαν περιπτώσεις που "καπετάνιος" σε μια περιοχή ήταν πολίτης και όχι στρατιωτικός.

Η Δύναμη 136 ήταν ο περιφερειακός κλάδος της βρετανικής μυστικής υπηρεσίας εκείνης της εποχής της γνωστής SOE (Special Operations Executive) . Ομάδες πρακτόρων και σαμποτέρ Βρετανών και ντόπιων, είχαν δημιουργήσει ένα πλέγμα συλλογής πληροφοριών περί των ιαπωνικών δραστηριοτήτων. Παράλληλα ασχολούνταν με την δημιουργία κινήματος αντίστασης, την στρατολόγηση εθελοντών και τη δημιουργία ανταρτικών τμημάτων. Είχαν οργανώσει ειδικά κέντρα εκπαίδευσης και εκπαίδευαν ακόμη και Κινέζους πατριώτες για να μπορέσουν οι τελευταίοι στη συνέχεια, να οργανώσουν δικά τους ανταρτικά τμήματα στην εχθροκρατούμενη περιοχή τους.

Στη Βιρμανία ειδικά, η Δύναμη 136 κινήθηκε σε αρκετές αποστολές με την μέθοδο των Σίντιτς. Δηλαδή μικρά τμήματα των 30 έως 40 ατόμων μέσα στη ζούγκλα, για εβδομάδες, ανεφοδιαζόμενα απ' αέρος, ενεργούσαν καταδρομές εναντίον ιαπωνικών στόχων.

Τέλος, μια ακόμα ειδική μονάδα υπήρξε η "Αποστολή 204" που είχε σαν σκοπό την εκπαίδευση ανταρτών και την αποστολή τους στην Κίνα για αντίσταση κατά των Ιαπώνων. Επίσης οργάνωναν γραμμές διαφυγής για διαφεύγοντες από τα εχθροκρατούμενα εδάφη προς τις φίλιες δυνάμεις. Η αποστολή 204 δεν ήταν άλλη, από τη ..Σχολή επιβίωσης της Βιρμανίας, το προσωπικό της οποίας  συγκρότησε τον 142 λόχο Κομάντος, που διατέθηκε στον Γουίνγκεϊτ.

Σε ό,τι αφορά τις ειδικές δυνάμεις, κάποιος άλλος στρατηγός, όντας και ο ίδιος καταδρομέας, έδωσε μια σαφέστερη εικόνα για τη χρήση τους, με μια παρομοίωση. Παρουσίασε τις ειδικές δυνάμεις σαν ένα καλό εργαλείο. Υποστήριξε ότι δεν φταίει ποτέ το εργαλείο αν δεν κάνει τη δουλειά, εφόσον ο χρήστης δεν ξέρει να το χρησιμοποιεί σωστά! "Αν βάλεις ειδικές δυνάμεις για να οργανώσουν στατική άμυνα, δουλειά για την οποία δεν είναι εκπαιδευμένες και εξοπλισμένες, το βέβαιο είναι ότι θ' αποτύχουν."

Ένα ακόμη σημαντικό ατού που είχαν οι ειδικές επιχειρήσεις, ήταν αυτό της ψυχολογικής επίδρασης. Η εκτέλεση επιτυχημένων καταδρομικών επιχειρήσεων σε περίοδο ήττας, αναπτέρωσε το ηθικό του στρατού και απέδειξε ότι ο αντίπαλος δεν ήταν ανίκητος.

Πόσο παλιά αλλά πόσο επίκαιρα εξακολουθούν ν' ακούγονται όλα αυτά σήμερα! Μου θυμίζουν αέναες συζητήσεις που γίνονται στην εποχή μας. Πιστεύω ότι η άγνοια της ιστορίας, οδηγεί τους ανθρώπους στην επανάληψη λαθών, σε όλους τους τομείς!

Δείτε τους Σίντιτς στην πρώτη τους επιχείρηση ΕΔΩ.

Ανιχνευτής






Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2014

Η απόβαση στη Σιγκαπούρη

Μια από τις μάχες, που δεν είναι και πάρα πολύ γνωστή τουλάχιστον στον ελληνικό χώρο, είναι η μάχη της Σιγκαπούρης που συνέβη από τις 8 έως και 15 Φεβρουαρίου του 1942, κατά τη διάρκεια του 2ου παγκοσμίου πολέμου, μεταξύ του Βρετανών  και Ιαπώνων με περιφανή νίκη των τελευταίων. Δύο αυτοκρατορίες της εποχής συγκρούσθηκαν για την επικράτηση του ισχυροτέρου στην περιοχή. Είναι μια μάχη που έχει να διδάξει πολλά στον γεωπολιτικό και στον στρατιωτικό τομέα.

Η Σιγκαπούρη, επίσημα Δημοκρατία της Σιγκαπούρης, είναι μια νησιωτική χώρα νότια της Μαλαισίας. Με έκταση μόλις 704 τετραγωνικά χιλιόμετρα είναι η μικρότερη χώρα της Νοτιοανατολικής Ασίας και μπορεί να χαρακτηριστεί μια σύγχρονη πόλη-κράτος.

Ο Αυτοκρατορικός Ιαπωνικός στρατός εισέβαλε στη Μαλαισία και συνέχεια στη Σιγκαπούρη, καταλήγοντας στην επονομαζόμενη Μάχη της Σιγκαπούρης. Οι ελλιπώς προετοιμασμένοι Βρετανοί ηττήθηκαν σε έξι μέρες και παραδόθηκαν στο στρατηγό Γιαμασίτα (Tomoyuki Yamashita) στις 15 Φεβρουαρίου 1942, γεγονός που σήμερα χαρακτηρίζεται ως η μεγαλύτερη στρατιωτική ήττα στην ιστορία της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Οι Γιαπωνέζοι μετονόμασαν τη Σιγκαπούρη «Σονάντο» που σημαίνει «νότιο νησί που αποκτήθηκε στην εποχή του Σόουα» και την κατείχαν μέχρι τις 12 Σεπτεμβρίου 1945.

Η ιαπωνική επιθετική ενέργεια για την κατάληψη της Μαλαισίας και τον έλεγχο των γραμμών επικοινωνιών μεταξύ Ινδικού και Ειρηνικού ωκεανού. (Πηγή)
Η Σιγκαπούρη, ήταν εκείνη την εποχή βρετανική αποικία και ένα από τα κρισιμότερα στρατηγικά σημεία της περιοχής, όντας μεγάλος εμπορικός κόμβος στην Άπω Ανατολή.  Είχε πάρει τ' όνομα "Γιβραλτάρ της Ανατολής". Και πράγματι έμοιαζε έτσι, αφού στην κυριολεξία είναι ένα νησί που χωρίζεται από την ηπειρωτική Μαλαισία από τα στενά του Τζοχόρ και συνδέεται με αυτήν με ένα υπερυψωμένο ανάχωμα μήκους ενός χιλιομέτρου, επάνω στο οποίο υπάρχει οδικός άξονας. Οι Βρετανοί την προστάτευαν με 85.000 στρατό, Άγγλους, Ινδούς και Αυστραλούς, πιστεύοντας ότι η Σιγκαπούρη ήταν ένα απόρθητο φρούριο.

Η αποβατική επιχείρηση που εκτέλεσαν οι Ιάπωνες παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον για στρατιωτικούς μελετητές και αναλυτές. Ο "ΑΝΣΚ Σιγκαπούρη" ήταν η συνέχεια της εκστρατείας της Μαλαισίας για τις ιαπωνικές αυτοκρατορικές δυνάμεις. και οι επιχειρήσεις που έλαβαν χώρα στη μαλαισιανή ζούγκλα παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον, γιατί έχουν να κάνουν με ειδικές επιχειρήσεις και θα μιλήσουμε γι' αυτό σε επόμενο άρθρο.

Οι Ιάπωνες, μετά τις επιτυχίες τους στη Μαλαισία, με τις ευέλικτες δυνάμεις τους και παρά την αριθμητική υπεροχή των αντιπάλων τους,  προσπερνώντας στατικές οχυρώσεις των Βρετανών και περιχαρακωμένες πόλεις και εκτελώντας αποβατικές ενέργειες σε μη αναμενόμενες περιοχές για τους Βρετανούς, κατόρθωσαν σε σύντομο χρονικό διάστημα να προσεγγίσουν τη Σιγκαπούρη.

Ο στρατός τους ήταν καλύτερα εκπαιδευμένος σε τακτικές συνεργασίας αρμάτων μάχης και πεζικού, στην εγγύς αεροπορική υποστήριξη και ήταν έμπειρος σε επιχειρήσεις, σε αντίθεση με τα αποικιακά βρετανικά στρατεύματα που δεν ήταν και ό,τι το καλύτερο από πλευράς μαχητικής ικανότητας. Παράλληλα, οι Ιάπωνες, είχαν αποκτήσει αεροπορική και ναυτική υπεροχή στην περιοχή.

Η Σιγκαπούρη ήταν η βάση της πρώτης διακλαδικής διασυμμαχικής διοίκησης του 2ου παγκοσμίου πολέμου, της Αμερικανο-Βρετανο-Ολλανδο-Αυστραλιανής Διοίκησης (ABDACOM). Ήταν σημαντική γιατί έλεγχε το θαλάσσιο πέρασμα μεταξύ Ινδικού και Ειρηνικού ωκεανού. Μετά την αποτυχία των συμμάχων  να κρατήσουν την μαλαισιανή χερσόνησο, όσοι απέμειναν, πέρασαν στην Σιγκαπούρη και ανατίναξαν στις 31 Ιανουαρίου 1942 το ανάχωμα που συνέδεε το νησί με την ξηρά, αποκλείοντας τη χρήση του από τους Ιάπωνες. Η ενέργεια αυτή, καθυστέρησε την ιαπωνική επίθεση  μερικές εβδομάδες.

Χάρτης αμυντικής διάταξης των βρετανικών δυνάμεων στο νησί της Σιγκαπούρης, τον Φεβρουάριο του 1942. Πιέστε για μεγέθυνση του χάρτη. (Πηγή)
Ο Γιαμασίτα, είχε όμως οργανώσει πολύ καλά το δίκτυο πληροφοριών μέσα στη Σιγκαπούρη και μάθαινε ανελλιπώς, όλες τις κινήσεις των Βρετανών και των συμμάχων τους. Έτσι γνώριζε πολύ καλά, ενισχυόμενος και από αεροπορικές αναγνωρίσεις, ότι στον βορειοδυτικό τομέα του νησιού οι Βρετανοί, θεωρώντας ότι το έδαφος είναι δυσμενές για τον επιτιθέμενο, λόγω της πυκνής τροπικής βλάστησης και του δύσβατου του εδάφους με πολλές ρεματιές και ποτάμια, είχαν αναθέσει την επιτήρηση σε μήκος  16 χιλιομέτρων στην 22 Αυστραλιανή ταξιαρχία. Ο διοικητής των συμμαχικών δυνάμεων ήταν ο Βρετανός αντιστράτηγος Άρθουρ Πέρσιβαλ.

Το νησί είχε οργανωθεί για περιμετρική άμυνα, με χρησιμοποίηση 38 ταγμάτων πεζικού, (13 βρετανικών,  6 αυστραλιανών, 17 ινδικών, 2 μαλαισιανών) και 3 ταγμάτων πολυβόλων. Η κυρία αμυντική προσπάθεια είχε εκτιμηθεί στην βορειοανατολικό τομέα, λόγω των προσφορώτερων ακτών και επειδή οι Ιάπωνες με προσποίηση συγκέντρωσης δυνάμεων, έπεισαν την συμμαχική διοίκηση ότι εκεί θα γινόταν η κύρια επιθετική ενέργεια. Σημειωτέον ότι στα δυτικά του νησιού υπήρχε και στρατιωτικό αεροδρόμιο

Στην πραγματικότητα όμως, πέραν των ισχυρών βομβαρδισμών και αεροπορικών προσβολών εγκαταστάσεων διοικητικής μέριμνας και σταθμών επικοινωνιών, έκαναν με μυστικότητα συγκέντρωση δυνάμεων με αποβατικά πλοιάρια, ακριβώς εκεί που οι Βρετανοί είχαν αραιωμένη δύναμη επιτήρησης. Βορειοδυτικά! Στη διάθεσή τους είχαν 30.000 άνδρες, οργανωμένους σε 3 μεραρχίες. Είχαν βέβαια όπως είπαμε, το πλεονέκτημα της απόλυτης αεροπορικής αλλά και ναυτικής υπεροχής.

Ιαπωνική αποβατική ενέργεια στον βορειοδυτικό τομέα της Σιγκαπούρης. Πιέστε για μεγέθυνση εικόνας (Πηγή)
Το περίφημο βρετανικό πυροβολικό παράκτιας άμυνας  στη Σιγκαπούρη, ήταν παντελώς αναποτελεσματικό προς τα βόρεια του νησιού, γιατί περισσότερο είχε δοθεί έμφαση στην προστασία του λιμανιού της Σιγκαπούρης, ήταν δύσκολο στη μετακίνησή του και το βεληνεκές του δεν κάλυπτε όλο το νησί. Πέραν τούτου ούτε τα πυρομαχικά του ήταν αποτελεσματικά κατά αποβατικών στρατευμάτων στην ξηρά, αφού ήταν διατρητικά και όχι εκρηκτικά, προοριζόμενα κυρίως εναντίον εχθρικών πλοίων. 

Το βράδυ, στις 8 Φεβρουαρίου του 1942, οι Ιάπωνες, αφού είχαν σφυροκοπήσει το νησί και είχαν διαλύσει τις επικοινωνίες των συμμαχικών στρατευμάτων ξεκίνησαν την αποβατική τους ενέργεια, χρησιμοποιώντας μικρά πλοιάρια. Το πρώτο κύμα, αποτελούμενο από 4.000 άνδρες, προσέγγισε μέσα στο σκοτάδι την ακτή Σαριμπούν βορειοδυτικά και διασπάρθηκε μέσα στην πυκνή ζούγκλα. Οι Αυστραλοί, κάνοντας στατική άμυνα, εκτελούσαν πυρά όπου άκουγαν θορύβους, χωρίς να μπορούν να παρατηρούν τι πραγματικά συνέβαινε! Έτσι οι Ιάπωνες, κατά μικρά τμήματα, διείσδυσαν σε βάθος, προκαλώντας σημαντικές απώλειες στους αμυνομένους. Η έλλειψη επικοινωνίας μεταξύ των συμμαχικών ταγμάτων και επομένως η έλλειψη συντονισμού, προκάλεσε χάος και οδήγησε στην υπερκέραση και  στην υποχώρηση των αμυνομένων σε δεύτερη αμυντική τοποθεσία, όπως θα λέγαμε σήμερα, σε γραμμή ανασχέσεως. 

Ακόμη και τότε ο στρατηγός Πέρσιβαλ, πιστεύοντας ότι πρόκειται για παραπλανητική απόβαση, δεν απέσπασε εφεδρείες για να ενισχύσει τους Αυστραλούς. Στην ουσία η άμυνα των συμμάχων είχε πλέον διατρηθεί. Το στρατιωτικό αεροδρόμιο καταλήφθηκε από τους Ιάπωνες στις 9 Φεβρουαρίου. Η απόβαση των Ιαπώνων συνεχίσθηκε και βαρύ υλικό διεκπεραιώθηκε στο νησί της Σιγκαπούρης. Η Σιγκαπούρη, απομονωμένη και βομβαρδιζόμενη ήταν έτοιμη λεία στα νύχια του "Τίγρη της Μαλαισίας" όπως χαρακτηρίσθηκε ο στρατηγός Γιαμασίτα, για τις διαδοχικές νίκες του.

Το βράδυ της 9 Φεβρουαρίου 1942, 3 βρετανικά ταχύπλοα σκάφη επιχείρησαν καταδρομή κατά ιαπωνικών τμημάτων στην απέναντι ακτή των στενών του Τζοχόρ, με αποστολή να προσβάλουν αποβατικά πλοιάρια των Ιαπώνων και να προκαλέσουν βλάβη στο σταθμό επικοινωνιών τους. Έγιναν γρήγορα αντιληπτά και δέχτηκαν πυρά και από τις δύο πλευρές των στενών. Μπόρεσαν όμως να καταστρέψουν μερικά γιαπωνέζικα πλοιάρια και να επιστρέψουν πίσω στη βάση τους με ελάχιστες ζημιές. Ήταν ένα δείγμα του αποτελέσματος που φέρνει η ενεργητική αμυντική στάση και όχι η απόλυτη παθητική, την οποία εφάρμοζαν οι Βρετανοί κατά τη διάρκεια της μάχης. Δυστυχώς όμως, αυτή η προσπάθεια ήταν από τις ελάχιστες, αν όχι η μοναδική.

Το βράδυ της 10 Φεβρουαρίου, ο πρωθυπουργός της μεγάλης Βρετανίας, Ουίνστον Τσόρτσιλ, φοβερά ανήσυχος και ενοχλημένος από τη στάση του στρατηγού Πέρσιβαλ, διεμήνυσε στον προϊστάμενό του τελευταίου και ανώτατο διοικητή των βρετανικών στρατευμάτων στην νοτιοανατολική Ασία, στρατάρχη Γουέιβελ, ότι περιμένει την απόλυτη συντριβή των Ιαπώνων, αφού ο Πέρσιβαλ έχει στη διοίκησή του πάνω από 100.000 άνδρες και δεν δικαιολογείται καμιά ήττα που θα είχε αντίκτυπο στο κύρος των βρετανικών ενόπλων δυνάμεων, αλλά και στην υπόληψη του βρετανικού έθνους.

Δυστυχώς όμως ο κακός συντονισμός και η παθητική στάση των Βρετανών, οδήγησε στην πλήρη πτώση της άμυνας και ο στρατηγός Πέρσιβαλ, που αποδείχτηκε ανεπαρκής στην προκειμένη περίπτωση, οδηγήθηκε στην παράδοση άνευ όρων. Όπως αργότερα διατύπωσε ο Τσόρτσιλ, η αιχμαλωσία 50.000  βρετανικού αποικιακού στρατού στη Μαλαισία και άλλων 80.000 ανδρών στη Σιγκαπούρη, αποτέλεσε την πιο θλιβερή σελίδα στην ιστορία των Βρετανών.

Στο μεταξύ ενώ τα ιαπωνικά στρατεύματα προέλαυναν, προκαλούσαν μεγάλες θηριωδίες με μαζικές εκτελέσεις αιχμαλώτων, ανήμπορων πολιτών μέχρι και ασθενών σε νοσοκομεία. Οι εκτελέσεις ως επί το πλείστον, γινόντουσαν με τη χρήση ξιφολόγχης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η δολοφονία ασθενών στο βρετανικό στρατιωτικό νοσοκομείο "Αλεξάνδρα". Ο Γιαμασίτα δεν μπόρεσε να προλάβει αυτές τις δολοφονίες, αν και διέταξε την άμεση εκτέλεση στρατιωτών του, που τις έπραξαν.

Ο στρατηγός Πέρσιβαλ, μετά την παράδοσή του μεταφέρθηκε σε στρατόπεδο αιχμαλώτων για "υψηλά πρόσωπα" κάπου στη Μαντζουρία, όπου παρέμεινε μέχρι το τέλος του πολέμου.

Ο Γιαμασίτα, δοκίμασε και αυτός το 1945 την πικρία της παράδοσης άνευ όρων, πέρασε στρατοδικείο και καταδικάστηκε σε θάνατο με απαγχονισμό, για τα εγκλήματα πολέμου που διέπραξε προσωπικό του κάτω από τη διοίκησή του τόσο στη Σιγκαπούρη, όσο και στη Μανίλα.

Δείτε παρακάτω, 2 χαρακτηριστικά ντοκιμαντέρ, που αφηγούνται την ιστορία της μάχης. Το  δεύτερο εξ αυτών, αποκαλύπτει τη συνεργασία Βρετανών με τον ιαπωνικό στρατό προ του πολέμου και την προσφερόμενη εκπαίδευση που παρείχαν στους μετέπειτα εχθρούς τους. Επίσης αναφέρεται και συμμετοχή Βρετανών αξιωματικών, σε ιαπωνικό δίκτυο κατασκοπίας, προφανώς για το χρήμα!

Η απληστία οδηγεί στην προδοσία!


Ανιχνευτής







Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2014

Ο πιο πιστός στρατιώτης

Ο Ονόντα στο κέντρο και ο πρώην διοικητής του, στ' αριστερά του, κατά την παράδοση του πρώτου στις φιλιππινέζικες αρχές, το 1974. Ένας Φιλιππινέζος αξιωματικός περιεργάζεται το ξίφος του Ονόντα, που το διατηρούσε σε άριστη κατάσταση για 30 χρόνια.
 
 
Τόκιο, Ιαπωνία

Ο Ιάπωνας Χίρο Ονόντα έφυγε ήσυχα από τη ζωή ενώ κοιμόταν στο σπίτι του στο Τόκιο σε ηλικία 91 ετών. Καθόλου ασυνήθιστο για έναν υπερήλικα, μόνο που ο πρώην στρατιώτης του αυτοκρατορικού στρατού έζησε κρυμμένος στη ζούγκλα των Φιλιππίνων έως το 1974, πιστεύοντας ότι ο πόλεμος συνεχιζόταν.

Επί σχεδόν 30 χρόνια μετά τη συνθηκολόγηση της Ιαπωνίας, ο αξιωματικός αυτός των υπηρεσιών πληροφοριών και ειδικός σε τεχνικές ανταρτοπόλεμου έκανε αντίσταση στο νησί Λουπάνγκ των Φιλιππίνων, κοντά στο Λουζόν. Είχε σταλεί εκεί το 1944 με ρητή εντολή: να μην παραδοθεί ποτέ και να αντισταθεί μέχρι να φθάσουν ενισχύσεις.

Με ακόμη τρεις στρατιώτες υπάκουε σε αυτή την εντολή επί χρόνια μετά τη λήξη της σύγκρουσης αγνοώντας ότι η μάχη είχε τελειώσει.

Μόλις το 1950 αποκαλύφθηκε ότι οι Ιάπωνες στρατιώτες βρίσκονταν στη ζούγκλα, όταν ένας μεταξύ αυτών αποφάσισε να βγει από το δάσος και να επιστρέψει στην Ιαπωνία.

Τότε λοιπόν αεροσκάφος έριξε φυλλάδια στο σημείο όπου κρύβονταν ο Ονόντα και οι συντροφοί του, τα οποία ανακοίνωναν ότι ο πόλεμος έχει τελειώσει προ καιρού και ότι ο αυτοκρατορικός στρατός ηττήθηκε, κάτι που ο στρατιώτης δεν πίστεψε ποτέ και συνέχισε να παρακολουθεί στρατιωτικές εγκαταστάσεις και μερικές φορές να πολεμά Φιλιππινέζους στρατιώτες που περνούσαν από την περιοχή.

Μετά το θάνατο ενός συντρόφου του, το Τόκιο και η Μανίλα συνέχιζαν επί δέκα χρόνια να αναζητούν τον Ονόντα και τον τελευταίο συστρατιώτη του.

Τελικά οι έρευνες σταμάτησαν το 1959, καθώς όλοι είχαν πειστεί ότι οι δύο στρατιώτες ήταν νεκροί.

Έκαναν όμως λάθος. Οι δύο που είχαν μείνει έδωσαν σημεία ζωής το 1972, όταν επιτέθηκαν σε φιλιππινέζους στρατιώτες. Ο Ονόντα κατάφερε να διαφύγει, ενώ ο τελευταίος σύντροφός του σκοτώθηκε.

Το Τόκιο αποφάσισε τότε να στείλει μέλη της οικογένειας του Ονόντα σε μια προσπάθεια να πειστεί να σταματήσει τον πόλεμο, αλλά μάταια.

Χρειάστηκε τελικά να πάει στη ζούγκλα ο πρώην διοικητής του το 1974 και να του δώσει εντολή να καταθέσει τα όπλα.

Ο Ονόντα ήταν ο τελευταίος από τους δεκάδες Ιάπωνες στρατιώτες οι οποίοι, στις τέσσερις γωνιές της Ασίας, δεν πίστευαν στην ήττα και είχαν αποφασίσει να συνεχίσουν τη μάχη στο όνομα του αυτοκράτορα της Ιαπωνίας, αρκετά μετά τη συνθηκολόγηση που ανακοίνωσε ο Χιροχίτο στις 15 Αυγούστου του 1945.

Ο Ονόντα επιστρέφοντας το 1974 στην Ιαπωνία, εξήγησε σε συνέντευξη Τύπου ότι επί 30 χρόνια μέσα στη ζούγκλα των Φιλιππίνων είχε μόνο μια σκέψη στο μυαλό του: «την εκτέλεση των εντολών».