Δευτέρα, 4 Ιουλίου 2016

Ανταρτοπόλεμος

Η θεωρία του αντάρτη :Σχόλια στον C.Scmitt, στον Π.Κονδύλη και στον R.Taber
του Σπύρου Κουτρούλη
Α΄
Η θεωρία του αντάρτη – του ανταρτοπολέμου- απασχόλησε σε, τρία διαφορετικά κείμενα, τον C.Schmitt (Η θεωρία του Αντάρτη- παρεμβολή στην έννοια του Πολιτικού, Εκδόσεις Πλέθρον 1990, μετ. Σ.Χασιώτη, επιμέλεια Κ.Καλφόπουλος), τον Π.Κονδύλη (Θεωρία του Πολέμου , Εκδόσεις Θεμέλιο 1998 ) και τον R.Taber (πόλεμος του ψύλλου. Θεωρία και πρακτική του ανταρτοπολέμου, Εκδόσεις Κάλβος 1976 ,Μετ. Σ.Μάνδρος).
Το κείμενο του C. Schmitt διατυπώθηκε σε δύο διαλέξεις το 1962 στο Πανεπιστήμιο της Παμπλόνα. Το βιβλίο του R.Taber γράφτηκε το 1969, ενώ η Θεωρία του Πολέμου του Π.Κονδύλη κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στη Στουτγάρδη το 1988. Τα δύο πρώτα κείμενα απηχούν το πνεύμα των δεκαετιών 50- 60, όπου ο ανταρτοπόλεμος έδειχνε να είναι η ακαταμάχητη τακτική πολέμου για τα ασθενέστερα έθνη και τους αποικιοκρατούμενους λαούς, πράγμα που αναθεωρείται στο έργο του Π.Κονδύλη υπό το βάρος των εξελίξεων στην τεχνολογία και στην γεωγραφική συγκέντρωση του πληθυσμού.
Ο R.Taber ενδιαφέρεται πρωτίστως να περιγράψει τις τακτικές και τις τεχνικές του ανταρτοπολέμου σε κάθε περίπτωση (Κίνα, Βιετνάμ, Κύπρος, Κούβα, κ.λπ.), ο C. Schmitt να διατυπώσει εννοιολογικά την θεωρία του αντάρτη και να την συνδέσει με την έννοια του Πολιτικού, ενώ ο Π.Κονδύλης εξετάζει την σημασία του ανταρτοπολέμου στους κλασσικούς του μαρξισμού καθώς και την υποκατάσταση του ανταρτοπολέμου από την τρομοκρατία.
Ο C.Schmitt υποστηρίζει -κάτι που ο Κονδύλης αμφισβητεί έντονα– ότι η αρχική μορφή της θεωρίας του Αντάρτη περιέχεται στο κλασσικό κείμενο του Κλαούζεβιτς «Περί Πολέμου» και ολοκληρώνεται στα έργα του Λένιν και του Μάο. Ως πρώτη μορφή ανταρτοπολέμου υποδεικνύει την ισπανική αντίσταση (1808-1813) στα στρατεύματα του Ναπολέοντα. Όπως σημειώνει ο C.Schmitt «ο αντάρτης μάχεται ανορθόδοξα. Η διαφορά όμως ανάμεσα στον συμβατικό και τον ανορθόδοξο πόλεμο εξαρτάται από το πώς ορίζεται η έννοια του Συμβατικού … Για μια θεωρία του αντάρτη στο σύνολο της θα πρέπει όμως να λάβει κανείς υπόψη του, ότι η δύναμη του Ανορθόδοξου καθορίζεται από τη δύναμη και τη σημασία του Συμβατικού που ο ίδιος θέτει σε αμφισβήτηση»[1]
Ο C.Schmitt όπως χρησιμοποίησε την εξαίρεση –δηλαδή την απόφαση για την κατάσταση έκτακτης ανάγκης– ως προσδιοριστικό στοιχείο του πολιτικού , κατά τον ίδιο τρόπο χρησιμοποιεί την αντίθεση ανορθόδοξος- συμβατικός πόλεμος για να εντοπίσει την θεωρία του Αντάρτη.
Η εισαγωγή της γενικής υποχρεωτικής θητείας, παρότι μετέτρεψε θεωρητικά όλους τους πολέμους σε λαϊκούς, συγχρόνως τους συγκράτησε μέσα σε ένα πλαίσιο κανόνων. Αντιθέτως ο αντάρτης λειτουργεί έξω από τις κανονικότητες του ορθόδοξου πολέμου: «ο σύγχρονος αντάρτης δεν προσδοκά από τον εχθρό ούτε δικαιοσύνη, ούτε και έλεος. Έχει εγκαταλείψει την παραδοσιακή μορφή εχθρότητας του ελεγχόμενου και περιφρουρημένου πολέμου και έχει μεταβεί στη σφαίρα μιάς άλλης, της αληθινής εχθρότητας, η οποία μέσω της τρομοκρατίας και της αντιτρομοκρατίας, κορυφώνεται στην εξόντωση».[2]
 Ο C.Schmitt συνδέει την τακτική του ανταρτοπολέμου με τον εμφύλιο και τον αποικιακό πόλεμο. Αναφέρεται στους Ρώσους αντάρτες του 1812 που αντιτάχθηκαν στον Ναπολέοντα εκφράζοντας τις «στοιχιακές δυνάμεις του ρωσικού εδάφους», αλλά και τους παρτιζάνους του Στάλιν, του Μάο, του Χό Τσί Μίνχ, του Κάστρο, του Γκεβάρα, του Γρίβα, του Μπέν-Μπελλά και του Σαλάν του ΟΑΣ. Κάθε πρόοδος στην τεχνολογία εντείνει τον φαύλο κύκλο της τρομοκρατίας και της αντιτρομοκρατίας, όμως επίκαιρη και πάντα αναγκαία θα παραμείνει η σκέψη του Ναπολέοντα ότι «με τους αντάρτες πρέπει κάνει ας να μάχεται σαν αντάρτης».
Ο αντάρτης δεν φορά συνήθως στολή – όπως ο τακτικός στρατός, όμως κατά την έκφραση του Τσέ Γκεβάρα είναι ο «ιησουίτης του πολέμου». Δηλαδή η έντονη πολιτική του δέσμευση είναι προαπαιτούμενο της ύπαρξης του και εκείνο το στοιχείο που τον διακρίνει από τον κοινό εγκληματία. Παρεμπιπτόντως ο C.Schmitt σημειώνει ότι «την καθαυτό και ουσιαστικά την μοναδική ολοκληρωτική οργάνωση δεν την εκφράζει το κράτος ως κράτος, αλλά το επαναστατικό κόμμα ως κόμμα»[3]
Ο αντάρτης παρουσιάζει ως στοιχεία ,που χαρακτηρίζουν την δράση του, ευκινησία, ταχύτητα και αιφνιδιαστική αλλαγή επίθεσης και υποχώρησης. Αλλά ο «αντάρτης που μάχεται με όπλο υπόκειται πάντα στην ανάγκη συνεργασίας με μια τακτική οργάνωση. Αυτό τονίζεται έντονα, ακριβώς από τον συναγωνιστή του Fidel Castro στην Κούβα, Ernesto Che Guevara» [4] .
O C.Schmitt συνόψισε τα κριτήρια που περιγράφουν εννοιακά επαρκώς τον αντάρτη: μη τακτικότητα αυξημένη κινητικότητα της δραστικής μάχης, αυξημένη ένταση της πολιτικής δέσμευσης, τελλουρικό (δηλαδή στενά συνυφασμένο με την γη) χαρακτήρα. Βέβαια επισημαίνει ότι η τεχνολογική εξέλιξη και η βιομηχανική ανάπτυξη τείνει να εξαλείψει τον αγροτικό του χαρακτήρα και τον μετατρέπει σε έναν εκμηχανισμένο μαχητή, όργανο συχνά μιας παγκόσμιας πολιτικής. Από πλευράς διεθνούς δικαίου ο C.Schmitt καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «διάκριση των – ανταρτών – με την έννοια άτακτων, μη εξισωμένων με τα τακτικά στρατεύματα μαχητών – διατηρείται κατά βάση μέχρι σήμερα. Με την έννοια αυτή ο αντάρτης δεν έχει τα δικαιώματα και τα προνόμια του μάχιμου στρατιώτη. Είναι ένας εγκληματίας κατά το κοινό δίκαιο και μπορεί να καταστεί ακίνδυνος με συνοπτικές ποινές και κατασταλτικά μέτρα»[5]. Όμως συμπληρώνει ότι από τις συνθήκες της Γενεύης (1949) «αντιστασιακοί μαχητές, που άλλοτε θα αντιμετωπίζονταν ως αντάρτες, εξισώνονται με τους τακτικούς μαχητές, αρκεί να είναι οργανωμένοι»[6].
Ο C.Schmitt αναγνωρίζει ότι το γερμανικό επιτελείο του Β’ Παγκοσμίου πολέμου ασχολήθηκε μάλλον αργά (Μάιος 1944) με την αντιμετώπιση των παρτιζάνων, ενώ προς το τέλος του πολέμου, όταν η κατοχή της Γερμανίας από τους Συμμάχους ήταν πλέον ορατή, συγκρότησε την γερμανική λαϊκή πανστρατιά και τον «λυκάνθρωπο» από τις οργανώσεις νεολαίας του ναζιστικού κόμματος, χωρίς όμως σπουδαία αποτελέσματα στην εξέλιξη του πολέμου .
Ο C.Schmitt ανιχνεύει την εισαγωγή του ανταρτοπολέμου στο Πρωσικό κράτος με το βασιλικό διάταγμα του Απριλίου του 1813, όπου ορίζεται ότι κάθε πολίτης του κράτους είναι υποχρεωμένος να αντισταθεί με κάθε είδους όπλα (τσεκούρια, δίκρανα, δρεπάνια, κυνηγετικές καραμπίνες) στον εχθρικό εισβολέα. Παρ’ ότι το διάταγμα αυτό δεν βρήκε απήχηση στον γερμανικό λαό, κατά τον C.Schmitt, η σημασία του έγκειται «στο ότι αποτελεί την επίσημη μαρτυρία μιας ιδιαίτερης νομιμοποίησης, που αντλείται από το πνεύμα και την φιλοσοφία που επικρατούσαν στην τότε πρωτεύουσα της Πρωσίας, το Βερολίνο»[7]. Επίσης συμπληρώνει πως ο Κλαούζεβιτς δεν ήταν απλά ένας από τους σημαντικότερους ειδήμονες του Ανταρτοπολέμου, με την ειδική έννοια της χρησιμοποίησης ελαφρά οπλισμένων ευκίνητων μονάδων, αλλά αυτός που εισήγαγε τον κλεφτοπόλεμο ως «μια πολιτική υπόθεση ύψιστης σημασίας με άκρως επαναστατικό χαρακτήρα»[8].
Ο Κλαούζεβιτς όμως έκανε μια περισσότερο γενική διατύπωση, που μπορεί να εξειδικευθεί με επιτυχία σε κάθε είδος πολέμου: «ο πόλεμος είναι όργανο της πολιτικής, φέρει κατ’ ανάγκην τη σφραγίδα αυτής της πολιτικής, πρέπει να μετρά τα πάντα με τον πήχυ της πολιτικής. Η διεξαγωγή του πολέμου είναι επομένως στις μεγάλες της γραμμές η ίδια η πολιτική που χρησιμοποιεί το σπαθί αντί για τη γραφίδα, χωρίς να παύει γι’ αυτό το λόγο να σκέπτεται σύμφωνα με τους δικούς της νόμους»[9].
Ο C.Schmitt αποδέχεται ότι τα κείμενα του Κλαούζεβιτς, του Μάρξ, του Ένγκελς, δίχως την συμβολή του Λένιν δεν μπορούν να θεμελιώσουν την θεωρία του αντάρτη. Η μετάβαση από τον Κλαούζεβιτς στον Λένιν συγχρονίζεται με την μετάβαση από τον κρατικό στον επαναστατικό πόλεμο. Η πεποίθηση του Μαρξ και του Ένγκελς ότι η κατάληψη της εξουσίας ήταν πιθανή και δια μέσου των εκλογών, τους εμπόδισε να ασχοληθούν με την θεωρία του αντάρτη. Αντιθέτως ο Λένιν ήταν αυτός που «αντιλήφθηκε το αναπόφευκτο της βίας και των αιματηρών, επαναστατικών  εμφυλίων αλλά κρατικών πολέμων, και γι’ αυτό τήρησε θετική στάση και απέναντι στον ανταρτοπόλεμο, που τον θεώρησε ως ένα απαραίτητο συστατικό στοιχείο της συνολικής επαναστατικής εξέλιξης»[10].
Κατά τον C.Schmitt, ο Λένιν είναι ο πρώτος που τόνισε την ιδιαίτερη σημασία του αντάρτη στους διακρατικούς και στους εμφύλιους πολέμους με το άρθρό του «Ο ανταρτοπόλεμος», που δημοσιεύθηκε στις 30 Σεπτεμβρίου 1906 στο ρωσικό περιοδικό «Ο Προλετάριος». Στο άρθρο αυτό ο Λένιν υποστηρίζει ότι ο ανταρτοπόλεμος «είναι μια αναπόφευκτη μορφή πολέμου την οποία χρησιμοποιεί κανείς χωρίς δογματισμό ή προκαθορισμένες αρχές, όπως ακριβώς αναγκάζεται κανείς να χρησιμοποιήσει, ανάλογα με την κατάσταση των πραγμάτων, άλλα, νόμιμα ή παράνομα, ειρηνικά ή βίαια, ορθόδοξα ή ανόρθοδοξα μέσα και μεθόδους »[11]. Ο C.Schmitt επισημαίνει ότι ο Λένιν υπήρξε «μεγάλος γνώστης και θαυμαστής του Κλαούζεβιτς», όπως μαρτυρούν οι σημειώσεις στα «Τετράδιά  του. Αποτέλεσμα αυτής της σπουδής υπήρξε η διαμόρφωση της θεωρίας «για τον απόλυτο πόλεμο και την απόλυτη εχθρότητα» και η αναγνώριση της διάκρισης εχθρός-φίλος ως καθοριστικού στοιχείου τόσο του πολέμου όσο και της πολιτικής. Έτσι «για τον Λένιν μόνο ο επαναστατικός πόλεμος είναι πραγματικός πόλεμος, γιατί προκύπτει από την απόλυτη εχθρότητα»[12]. Ακολουθώντας αυτές τις σκέψεις ο Λένιν έβγαλε τον πόλεμο από τα συνηθισμένα πλαίσιά του. Απέναντι στον απόλυτο εχθρό – την καπιταλιστική τάξη – ο πόλεμος δεν είναι οριοθετημένος, αλλά απεριόριστος. Ο C.Schmitt συμπληρώνει ότι η «συμμαχία της φιλοσοφίας με τον αντάρτη που έκλεισε ο Λένιν απελευθέρωσε απρόσμενα νέες εκρηκτικές δυνάμεις»[13].
Ο C.Schmitt αναφέρεται σύντομα στην συνεισφορά του Στάλιν. Οι σοβιετικοί αντάρτες, με εντολές του τελευταίου, στη διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου –μεγάλο πατριωτικό πόλεμο κατά την σοβιετική ιστοριογραφία- δημιούργησαν σοβαρότατα προβλήματα στα μετόπισθεν του γερμανικού στρατού. Ο C.Schmitt μπορεί να απομονώνει την φράση του Στάλιν «στο μέτωπο συναδέλφωση, στα νώτα αντάρτες», όμως οι παρτιζάνοι ποτέ δεν υποκατέστησαν τον Κόκκινο Στρατό και ποτέ δεν έπαψαν να έχουν ρόλο υποστηρικτικό στις πολεμικές επιχειρήσεις. Εύλογα επισημαίνει, ότι ο «ο Στάλιν κατάφερε να συνδέσει το ισχυρό δυναμικό της εθνικής και πάτριας αντίστασης – δηλαδή την βασική αμυντική δύναμη της πατριωτικής αυτοάμυνας απέναντι στον ξένο κατακτητή – με την επιθετική δύναμη της διεθνούς κομμουνιστικής παγκόσμιας επανάστασης»[14]. Όμως ο μεγαλύτερος θεωρητικός του ανταρτοπολέμου – κατά τον C.Schmitt – αναδείχθηκε ο Μάο Τσε Τούνγκ με το ομώνυμο σύγγραμμά του που κυκλοφόρησε το 1938. Αλλά και με την όλη πολιτική του δράση γεφυρώνει με επιτυχία και αποτελεσματικότητα την θεωρία με την δράση. Ο C.Schmitt ισχυρίζεται ότι η ακόλουθη φράση του Μάο συμπυκνώνει την σκέψή του: «Στο δικό μας πόλεμο, ο ένοπλος πληθυσμός και ο κλεφτοπόλεμος των ανταρτών από τη μια πλευρά και ο Κόκκινος Στρατός από την άλλη πλευρά, μπορούν να συγκριθούν με τα δύο μπράτσα ενός άντρα ή για να το εκφράσω πιο πρακτικά: το ηθικό του πληθυσμού είναι το ηθικό του ετοιμοπόλεμου έθνους. Και τούτο ανησυχεί τον εχθρό».[15]
Η σκέψη του Μάο τονίζει την σημασία της διάκρισης Εχθρού-Φίλου, και την πανεθνική – παλλαϊκή μορφή που λαμβάνει αναγκαστικά η διεξαγωγή του πολέμου ώστε τελικά «η επανάσταση του Μάο είναι θεμελιωμένη πιο τελλουρικά από αυτήν του Λένιν».[16] Η εχθρότητα στον Μάο επεκτείνεται λογικά από τον ταξικό στον εθνικό αντίπαλο, από την εγχώρια ιθύνουσα τάξη στον κατακτητή, στον αποικιοκράτη. Ο επαναστατικός πόλεμος είναι γι’ αυτόν κατά τα εννέα δέκατα πόλεμος παρτιζάνων και μόνο κατά το ένα δέκατο πόλεμος τακτικού στρατού. Ο C.Schmitt με υπερβολικό τρόπο εντοπίζει την σύγκρουση ρωσικού και κινέζικου κομμουνισμού στις διαφορετικές ερμηνείες του αντάρτικου, παραβλέποντας έτσι τις συγκρούσεις που απορρέουν από τα ενάντια γεωπολιτικά συμφέροντα.
Όμως αξίζει να σταθούμε περισσότερο στις απόψεις του Μάο για τον ανταρτοπόλεμο. Ο Μάο έγραψε ένα εγχειρίδιο του ανταρτοπολέμου, που ανταποκρινόταν στις πιεστικές ανάγκες της πατρίδας του .Δεν ήταν κατ’αρχήν ο θεωρητικός, αλλά εκείνος που θα έπρεπε να οργανώσει το έθνος του απέναντι στον Ιάπωνα εισβολέα. Η στρατηγική του ανταρτοπολέμου «πρέπει να βασίζεται στην επαγρύπνηση, στην κινητικότητα και την επίθεση. Πρέπει να προσαρμόζεται στην κατάσταση του εχθρού, στο έδαφος, στις υπάρχουσες γραμμές επικοινωνιών, στη συσχέτιση δυνάμεων, στον καιρό και στην κατάσταση του λαού» [17]. Κατανοεί ότι στον αγώνα του δεν υπάρχει η αποφασιστική μάχη , αλλά μια σειρά από εχθροπαξίες που φθείρουν τον εχθρό. Τα ιστορικά παραδείγματα δεν τον αφήνουν αδιάφορο. Έτσι αναφέρεται στις επιθέσεις που δέχθηκε ο στρατός του Ναπολέοντα κατά την εκστρατεία στην Ρωσία από τους Ρώσους αντάρτες. 
Συγχρόνως διαπιστώνει ότι το αντάρτικο αυτοτροφοδοτείται από ένα σημείο και πέρα της δράσης του, γιατί γίνεται παιδευτικό παράδειγμα για τον λαό: «Το αντάρτικο είναι το πανεπιστήμιο του πολέμου και αφού πολεμήσετε ορμητικά και θαρραλέα μπορείτε να γίνετε ηγήτορες και θα υπάρχουν πολλοί γνωστοί πολεμιστές των τακτικών δυνάμεων που δεν θα είναι ισάξιοί σας. Χωρίς αμφιβολία, η πηγή του ανταρτοπολέμου είναι οι λαϊκές μάζες που οργανώνουν αντάρτικά σώματα από τα σπλάχνά τους ». [18]Επίσης «οι αντάρτες δεν πρέπει να εξαρτώνται πολύ από οπλοστάσια. Ο εχθρός είναι η βασική πηγή εφοδιασμού τους»[19]. Μεγάλη σημασία αποδίδει στην πολιτική στράτευση, στο ήθος και στο πατριωτισμό όσων στρατεύονται στο αντάρτικο «Τυχοδιώκτες και ελεεινοί δεν πρέπει να γίνονται δεκτοί. Η χρήση οπίου πρέπει να απαγορευτεί και όποιος στρατιώτης δεν μπορεί να απεξαρτηθεί από μόνος του πρέπει να αποπέμπεται.
 Η νίκη στον ανταρτοπόλεμο εξαρτάται από το να κρατηθεί η συμμετοχή άσπιλη και καθαρή. Είναι δεδομένο ότι κατά τον πόλεμο ο εχθρός ίσως μπορέσει να εκμεταλλευτεί ανθρώπους μειωμένης συνείδησης και πατριωτικού αισθήματος και να τους προτρέψει να ενωθούν με τους αντάρτες με μόνο σκοπό να τους προδώσουν. Οι αξιωματικοί λοιπόν πρέπει διαρκώς να διαφωτίζουν τους στρατιώτες και να ενσταλάζουν πατριωτισμό μέσα τους».[20] Φυσικά ο πολιτικός στόχος πρέπει να είναι ξεκάθαρος και καταληπτός στον λαό, που τροφοδοτεί με πολλούς τρόπους το αντάρτικο, ενώ «το εθνικό τους φρόνημα πρέπει να αφυπνισθεί».[21]Ο αντάρτης κινείται ανάμεσα στον λαό όπως το ψάρι μέσα στο νερό. Έτσι μόνο μπορεί να υπάρχουν σοβαρές πιθανότητες για την νίκη κατά του εχθρού. Πρέπει να προσαρμόζεται γρήγορα στην κατάσταση του εχθρού και «να κινούνται (οι αντάρτες) με την ρευστότητα του νερού και την ευχέρεια του πνέοντος ανέμου».[22] Τα αντάρτικα σώματα αναγκαστικά λειτουργούν σε κάποιο βαθμό αυτόνομα γιατί δεν μπορεί να έχουν πάντα επικοινωνία με το κέντρο, ούτε το κέντρο να έχει πάντα γνώση των επιμέρους μετώπων, ώστε «η ορθή πολιτική στο αντάρτικο είναι πρόβλεψη για ενιαία στρατηγική και ανεξάρτητη τακτική δράση ».[23]

Αφήνοντας τον Μάο και επανερχόμενοι στον θεωρητικό C.Schmitt , θα δούμε ότι εξετάζει μία πλειάδα θεμάτων που ένα πρακτικός ,δεν μπορεί να αντιμετωπίσει. Έτσι ερευνά πώς συναρθρώνονται οι έννοιες «άποψη του χώρου», «διάσπαση των κοινωνικών δομών», «ένταξη στο πλέγμα των παγκόσμιων συναρτήσεων», «τεχνοβιομηχανική άποψη» με την θεωρία του αντάρτη.
Ο ανταρτοπόλεμος διευρύνει τον χώρο του πολέμου προσθέτοντας «στην επιφάνεια του τακτικού, καθιερωμένου πολεμικού σκηνικού, μια άλλη σκοτεινότερη διάσταση του βάθους, όπου η επιδεικνυόμενη στολή γίνεται θανάσιμη»[24].
Η διάσπαση των κοινωνικών δομών υπονοεί την εμφύλια διαμάχη – που ευνοεί την πύκνωση των αντάρτικων ομάδων – ανάμεσα σε μια ιθύνουσα τάξη διεφθαρμένη και όργανο του ξένου εχθρού και τον υπόλοιπο πληθυσμό, που με διάφορους τρόπους (διαδηλώσεις, οικονομική βοήθεια, πληροφόρηση, κάλυψη) συντάσσεται με τους αντάρτες, μετατρέποντας τον πόλεμο σε γενικό, ώστε κατά τον R.Shroers «κάθε στολή να νιώθει ότι απειλείται και μαζί μ’ αυτόν απειλούνται και όλα όσα αντιπροσωπεύει ως σχήμα».[25]
Η παγκόσμια συνάρτηση αναδεικνύει την ανάγκη ο αντάρτης, ως ανορθόδοξος μαχητής, να είναι «κατά κάποιο τρόπο πάντα εξαρτημένος από τη βοήθεια μιας τακτικής δύναμης», από τον Ενδιαφερόμενο Τρίτο. Καθότι «ο ισχυρός Τρίτος δεν παρέχει μόνο όπλα και πολεμοφόδια, χρήματα, υλική βοήθεια και κάθε είδους φάρμακα. Εξασφαλίζει επίσης το είδος της πολιτικής αναγνώρισης που έχει ανάγκη ο αντάρτης για να μη περιέλθει, όπως ο ληστής και ο πειρατής, στη σφαίρα του απολίτικου, που εδώ σημαίνει του αξιόποινου. Μακροπρόθεσμα το αντικανονικό πρέπει να νομιμοποιηθεί με βάση το κανονικό. Γι’ αυτό το σκοπό του προσφέρονται δύο δυνατότητες: η αναγνώριση του από ένα υφιστάμενο κανονικό, ή η επιβολή με δικές του δυνάμεις, μιάς νέας πραγματικότητας. Αυτή είναι μια δύσκολη εναλλακτική λύση».[26]
Στην τεχνολογική άποψη, ο C.Schmitt εξετάζει το χάσμα που υπάρχει ανάμεσα στον ελαφρά εξοπλισμένο και προσανατολισμένο στην γη παρτιζάνο και τον σύγχρονο τεχνολογικά τελειοποιημένο τακτικό στρατό. Προβληματίζεται κατά πόσον η τεχνολογική πρόοδος θα εξαφανίσει τον αντάρτη ή αντιθέτως θα τον μετατρέψει σε βιομηχανικό αντάρτη, ώστε τελικά «η τεχνική πρόοδος απλώς θα προκαλέσει μια ένταση της νέας κατάκτησης , διαίρεσης και νομής και απλώς θα κορυφώνει ακόμη περισσότερο τα παλαιά ερωτήματα».[27]
Ο αντάρτης έχει έναν πραγματικό και όχι απόλυτο εχθρό αλλά και έναν φίλο από τον οποίο ενισχύεται πολλαπλά και αντλεί νομιμότητα και κανονικότητα. Όμως μετά τον Λένιν κατά τον C.Schmitt, ο αντάρτης δεν έχει πλέον πραγματικούς αλλά απόλυτους εχθρούς .Ο εχθρός δηλαδή είναι εγκληματικός, απάνθρωπος και χωρίς καμμιά αξία: «Σε έναν κόσμο στον οποίο οι αντίπαλοι, πριν αλληλοεξοντωθούν φυσικά, αλληλο-ωθούνται με τέτοιο τρόπο στην άβυσσο της ολοκληρωτικής υποτίμησης, χρειάζεται να δημιουργηθούν νέα είδη απόλυτης εχθρότητας. Η εχθρότητα θα αναπτυχθεί σε τέτοιο βαθμό, που ίσως δε θα μπορεί πια καν να γίνεται λόγος για εχθρό ή εχθρότητα και μάλιστα χωρίς και οι δύο να έχουν προηγουμένως εξοστρακιστεί και καταδικαστεί, πριν αρχίσει το έργο της καταστροφής. Η καταστροφή αυτή θα γίνει εντελώς αφηρημένη και απόλυτη. Δε στρέφεται πια ενάντια σε κάποιον εχθρό, αλλά υπηρετεί μόνο μια δήθεν αντικειμενική επιβολή αξιών, για τις οποίες είναι γνωστό ότι κανένα τίμημα δεν είναι αρκετό. Μόνο η αποκήρυξη της πραγματικής εχθρότητας ανοίγει δρόμο για το καταστροφικό έργο της απόλυτης εχθρότητας ».[28]
Β’
Όπως σε πολλά άλλα έργα του Π.Κονδύλη, έτσι και στην «Θεωρία του Πολέμου», διεξάγεται ένας ανομολόγητος διάλογος ανάμεσα σ’ αυτόν και τον C.Schmitt .Όποιος μελετά σε βάθος το έργο των δύο στοχαστών, διαπιστώνει ότι πολλές από τις σκέψεις του Π.Κονδύλη προκύπτουν από την αντιπαράθεσή του με το έργο του C.Schmitt.
Ο Π.Κονδύλης συμπεραίνει ότι δεν υπάρχει ταυτότητα αντιλήψεων ανάμεσα στους Μαρξ – Ένγκελς και τον Μάο για τα θέματα του ανταρτοπολέμου. Υποστηρίζει ότι οι κλασσικοί του μαρξισμού «βλέπουν το φαινόμενο του ανταρτοπελέμου λίγο-πολύ στην ίδια προοπτική όπως ένας άλλος θαυμαστής της ναπολεόντειας πολεμικής τέχνης, δηλαδή ο Clausewitz . Διαπιστώνουν κυρίως τη σημασία του ως στρατιωτικού επικουρικού μέσου σε εθνικές εξεγέρσεις, μέσου εξαρτημένου από τη συμπράξη με τον τακτικό στρατό. Στο σημείο αυτό δεν θα έπρεπε να μας ξεγελά το γεγονός ότι μιλούν για «παλλαϊκό πόλεμο – τον όρο άλλωστε χρησιμοποιεί και ο Clausewitz, αν και δίχως τις επαναστατικές του συμπαραδηλώσεις »[29] .Ο Ένγκελς κατά τον Π.Κονδύλη «πίστευε πάντοτε όσο ζούσε στην υπεροχή του τακτικού στρατού απέναντι σε κάθε άλλον σχηματισμό»[30] Σε αυτούς θα πρέπει να προσθέσουμε και ένα ακόμη λόγο: είναι πεποίθησή τους ότι η γενική υποχρεωτική θητεία – ο ένοπλος λαός ιεραρχημένος και συγκροτημένος σε στρατό -θα εκδημοκρατίσει τις δυτικές κοινωνίες.
Ο Μάρξ στάθηκε επιφυλακτικός κατά την περιγραφή του ισπανικού ανταρτοπολέμου. Παρότι δεν περιόριζε πάντα την πολιτική δραστηριότητα στη νόμιμη κοινοβουλευτική της μορφή, δεν επέλεγε την τακτική του ανταρτοπολέμου αλλά «μία επανάσταση της οργανωμένης εργατιάς υπό την ηγεσία ενός δυνατού και πειθαρχημένου κόμματος που θα γινόταν κυρίως στις μεγαλουπόλεις , πιθανότατα σε εποχή κρίσης».[31] Υπό αυτήν την προοπτική η επανάσταση «θα απαιτούσε γρήγορες αποφαστικές και πειθαρχημένες ενέργειες, οι οποίες θα έπρεπε να οργανωθούν και να καθοδηγηθούν με βάση τους κανόνες της επιθετικής πολεμικής τέχνης του Ναπολέοντα και αποφεύγοντας τη μακρόπνοη και υπομονετική τακτική του ανταρτοπολέμου (μολονότι διόλου δεν αποκλειόταν η χρήση μέσων και μεθόδων που δεν χρησιμοποιεί ο τακτικός στρατός)» [32].Ο Ένγκελς υπό το βάρος των γεγονότων της Κομμούνας του Παρισιού αλλά και από τον φόβο ότι οι τακτικοί στρατοί θα επιταχύνουν τις πολεμικές συγκρούσεις, συντάσσεται με την προοπτική της συγκρότησης «λαϊκής πολιτοφυλακής», αντί του τακτικού στρατού.
Βεβαίως τα κινήματα του Τρίτου Κόσμου κατέλαβαν την εξουσία με την τακτική του ανταρτοπολέμου. Όμως σύμφωνα με τον Π.Κονδύλη, επρόκειτο για κινήματα τα οποία «δεν ήσαν σοσιαλιστικά υπό τη δική τους έννοια, αλλά εθνικιστικά με σοσιαλιστικό μανδύα. Ο μανδύας αυτός έπρεπε να φορεθεί αναγκαστικά και μάλιστα επιδεικτικά στον αγώνα εναντίον ενός εχθρού και αλλοδαπού και καπιταλιστικού» [33].
Ο Κονδύλης συμπεραίνει ότι ο ανταρτοπόλεμος «δεν αποτελεί μορφή αγώνα με αξιώσεις οικουμενικής ανωτερότητας, αλλά παραμένει δεμένος σε ορισμένη εποχή και κατάσταση, η οποία ήδη ανήκει στο παρελθόν, κι ότι επομένως η ιστορική του επίδραση στο εξής δεν θα είναι μεγάλη. Ο ανταρτοπόλεμος δοκιμάσθηκε με επιτυχία κυρίως στον αγώνα αποικιακών ή ημιαποικιακών λαών εναντίον ενός ξένου κυρίου, ο οποίος φυλετικά και πολιτισμικά παρέμεινε ξένο σώμα μέσα στην εγχώρια κοινωνία. Στις λιγοστές περιπτώσεις, πάλι, όπου ο ανταρτοπόλεμος, ως εμφύλιος πόλεμος, έφερε στην εξουσία ένα ορισμένο κίνημα ή κόμμα, αυτό έγινε επειδή ο άτακτος στρατός ήταν ήδη αρκετά ισχυρός, ώστε να μεταβληθεί ουσιαστικά σε στρατό τακτικό, στρατό πειθαρχημένο και ιεραρχικά οργανωμένο, ελεγχόμενο και καθοδηγούμενο σε όλα τα επίπεδα από το κόμμα ή το κίνημα (το επιφανέστερο παράδειγμα είναι η Κίνα). Ό,τι εμφανιζόταν ως ανταρτοπόλεμος, στην πραγματικότητα ήταν, τουλάχιστον στην τελική φάση, αγώνας μεταξύ στρατών, τον οποίο κέρδισε ο ισχυρότερος στρατός, ενώ ο αντίπαλος συρρικνωνόταν ή διαλυόταν».[34] Ενώ αλλού προσθέτει ότι «εκτός αυτού, ουσιώδη ρόλο στην έκβαση του εμφυλίου έπαιξαν οι εξωτερικές δυνάμεις, ο εκάστοτε «ενδιαφερόμενοςτρίτος» και η υλική ή άλλη βοήθεια που παρέσχε στη μια ή την άλλη παράταξη».[35]
Ο Π.Κονδύλης ορίζει τις αρνητικές προϋποθέσεις που υπάρχουν για την επιτυχία του Αντάρτικου: «τον πολλαπλασιασμό από την εκλέπτυνση των όπλων που μπορούν να χρησιμοποιηθούν εναντίον ανταρτικών ομάδων από την πλευρά ενός ευέλικτου τακτικού στρατού και, επίσης, τη δραστική αλλαγή των δημογραφικών και περιβαλλοντικών όρων… Η δραστική αραίωση των δασών, η διάνοιξη της υπαίθρου στις συγκοινωνίες και πρό παντός η ραγδαία συγκέντρωση των πληθυσμών στις πόλεις στερούν από τον αντάρτη το περιβάλλον όπου , κατά τη φράση του Μάο Τσέ Τούνγκ, μπορούσε να κινηθεί όπως το ψάρι στο νερό. Στον κλασσικό ανταρτοπόλεμο, όποιος επικρατούσε στην ύπαιθρο είχε την δυνατότητα να πολιορκήσει ασφυκτικά τις πόλεις. Σήμερα η κυριαρχία σε τμήματα της υπαίθρου δεν σημαίνει πολλά πράγματα, όπως δείχνει π.χ. η εμπειρία του Περού».[36]
Βέβαια ο Κονδύλης δεν υποστηρίζει ότι οι μορφές του ανορθόδοξου πολέμου θα εγκαταλειφθούν γενικώς, καθότι: «ο ασθενέστερος μόνο μια δυνατότητα έχει να μεταφέρει (εν μέρει ) τον πόλεμο στο έδαφος του ισχυρότερου, να επιτύχει δηλαδή με άλλα μέσα ό,τι μια μεσαία ή μείζων Δύναμη θα κατάφερνε με τους Βαλλιστικούς της πυραύλους .Η δυνατότητα αυτή είναι η τρομοκρατία και η δολιοφθορά».[37] Ο Κονδύλης διευκρινιστικά συμπληρώνει «ονομάζω αυτήν την τρομοκρατία «νέα», γιατί δεν θα εξαντλείται σε δολοφονικές απόπειρες εναντίον προσώπων, όπως γινόταν στην προεπαναστατική Ρωσία και όπως ξαναέγινε στη Γερμανία και στην Ιταλία κυρίως κατά τη δεκαετία του 1970. Ίσως τέτοιες τρομοκρατικές πράξεις να υπήρξαν θεαματικές ,ωστόσο ήταν και είναι ανίκανες να επιδράσουν σοβαρά στη λειτουργία της κοινωνίας. 
Σήμερα υφίστανται εντελώς διαφορετικές δυνατότητες, και τις δυνατότητες αυτές τις προσφέρει η ίδια η υφή της υψηλά εκτεχνικευμένης κοινωνίας, η οποία από πρώτη όψη είναι απείρως περίπλοκη, διακλαδωμένη και κατακερματισμένη ,ενώ στην πραγματικότητα η λειτουργία της εξαρτάται από σχετικά ολιγάριθμα ενεργειακά και πληροφοριακά κέντρα. Γι’ αυτό είναι στο σύνολό της τόσο τρωτή όσο δεν ήταν καμμία κοινωνία του παρελθόντος. Εάν οι τρομοκρατικές ενέργειες επικεντρωθούν με επαρκή τεχνογνωσία και συνέπεια στους κυριότερους κόμβους, τότε είναι βέβαιο ότι μπορούν να γονατίσουν μία σύγχρονη κοινωνία .Έτσι, με βάση τις μεταβολές των αντικειμενικών δεδομένων σε παγκόσμια κλίμακα, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η εποχή του ανταρτοπολέμου ανήκει στο παρελθόν και μπαίνουμε στην εποχή της τρομοκρατίας, η οποία σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να συγχωνευθεί με μορφές ανταρτοπολέμου των πόλεων. Εννοείται ότι, όπως και ο κλασσικός ανταρτοπόλεμος, έτσι και η τρομοκρατία θα έχει πολιτικές προοπτικές μόνο εάν η ακμή της συμπέσει με μια βαθειά και παρατεταμένη κοινωνική κρίση».[38]
 Η νέα τρομοκρατία θα είναι συνεπώς το όπλο των φτωχών και θα έχει πολλές πιθανότητες να επιτύχει τους πολιτικούς της στόχους, καθότι η εκτεχνικευμένη κοινωνία ελέγχεται από ολιγάριθμα κέντρα τα οποία αν κτυπηθούν θα μπορούν να την γονατίσουν: «Ένας αξιωματούχος της Αμερικάνικης Υπηρεσίας Πληροφοριών είπε πρόσφατα ότι αν είχε στη διάθεση του 1 δισ. δολλάρια και 20 ικανούς hackers θα μπορούσε να παραλύσει τις Ηνωμένες Πολιτείες. Σίγουρα δεν πρόκειται για κομπορρημοσύνη, αλλά για δήλωση βασιζόμενη σε βαθειά γνώση των πραγμάτων και των συσχετισμών τους. Εάν οι τρομοκρατικές ενέργειες επικεντρωθούν με την ίδια γνώση και με την ανάλογη επιμονή σε τέτοιους κρίσιμους κόμβους, τότε είναι βέβαιο ότι μπορούν να γονατίσουν μια σύγχρονη δυτική κοινωνία. Και κρίσιμοι κόμβοι δεν είναι μόνον τα παντοειδή ηλεκτρονικά συστήματα , αλλά και οι μεγάλοι ενεργειακοί σταθμοί ή τα αποθέματα νερού, που προσβάλλονται εύκολα με ιούς .Η χρήση χημικών και βιολογικών μέσων μπορεί επίσης να έχει σαρωτικά αποτελέσματα , αν σκεφθούμε λ.χ. ότι με 30 κιλά άνθρακας σκοτώνονται 30.000 άνθρωποι »[39] Οι σκέψεις του Π.Κονδύλη διατυπώθηκαν πριν το κτύπημα στους δίδυμους πύργους της Ν.Υόρκης και στο αμερικάνικο Πεντάγωνο , αποδεικνύοντας έτσι την ευστοχίας τους αλλά και την αναλυτική τους ικανότητα.
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι απόψεις του Π.Κονδύλη για την τακτική του πολέμου , που επέλεγε ο Λένιν. Σύμφωνα με τον τελευταίο «ο επαναστατικός στρατός είναι «αναγκαίος» επειδή τα μεγάλα ιστορικά ζητήματα μπορούν να λυθούν μόνο με τη βία , όμως η οργάνωση της βίας είναι η στρατιωτική οργάνωση»[40]. Επ’ αυτού ο Κονδύλης επισημαίνει ότι «ο τρόπος με τον οποίο φαντάζεται ο Λένιν τη δομή του επαναστατικού στρατού παραμένει συνδεδεμένος με τις συγκεκριμένες μορφές πάλης μέσα στις πόλεις, γι’ αυτό και ό,τι ονομάζει «ανταρτοπόλεμο» είναι κάτι ολότελα διαφορετικό από ό,τι στο μεταξύ συνηθίσαμε να αποκαλούμε έτσι στο φως των εμπειριών του λεγόμενου Τρίτου Κόσμου. Έτσι το να θεωρεί κανείς τον Λένιν και τον Μάο Τσε Τούγκ ως διαδοχικές βαθμίδες της ίδιας εξέλιξης ως προς τις μεθόδους του επαναστατικού αγώνα, όπως γίνεται συχνά, είναι εξ ίσου παραπλανητικό όσο και η άποψη ότι υφίσταται παρόμοια συνέχεια ανάμεσα στους Μάρξ-Ένγκελς και στο σύγχρονο ανταρτοπόλεμο»[41]. Ουσιαστικά πρόκειται για δυναμικές ενέργειες που εκτελούνται από ολιγάριθμες ομάδες ατόμων και παρεμβάλλονται ανάμεσα στις «μεγάλες μάχες του πολέμου». Κατά τον Κονδύλη, ο Λένιν δεν αποδεσμεύθηκε από την ρωσική παράδοση της τρομοκρατίας (ναροτνικοί, νετσαγεφικοί κ.λπ.).Ο Λένιν έγραψε μάλιστα ότι «ποτέ δεν απορρίψαμε την τρομοκρατία για λόγους αρχής ούτε μπορούμε να την απορρίψουμε. Είναι πράξη αγώνα, η οποία μπορεί να ενδείκνυται, και μάλιστα να είναι αναγκαία σε ορισμένη στιγμή, σε ορισμένη κατάσταση των μαχητών και υπό ορισμένους όρους».[42] Όμως συγχρόνως επεσήμανε ότι «η τρομοκρατία ήταν ένα κίνημα διανοουμένων που δρούσε αποκομμένο από τις μάζες ,ενώ απεναντίας οι ενέργειες των ανταρτών αποτελούν «αναγκαίο συστατικό μέρος» της εξέγερσης και εκπαιδεύουν τους στρατιωτικούς ηγέτες των μαζών».[43]
Ο Λένιν σύμφωνα με τον Κονδύλη, θα αποσυνδεθεί τελικά από την τακτική του ανταρτοπόλεμου, παρά τις αντιρρήσεις των Αριστερών Σοσιαλεπαναστατών και των Αναρχικών, και θα καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο «επαναστατικός πόλεμος πρέπει να διεξάγεται με σύγχρονα μέσα, δηλαδή μέσω ενός συγκεντρωτικού τακτικού στρατού, ο οποίος χρησιμοποιεί την σύγχρονη τεχνική μιας ανεπτυγμένης οικονομίας»[44]. Ο Λένιν στην στρατιωτική οργάνωση έβλεπε ένα πρότυπο που θα έπρεπε να ακολουθήσει όλη η κοινωνία: «Σκοπός των εργατικών τούτων στρατιών θα ήταν «να εντείνουν και να οργανώσουν όλες τις υπάρχουσες δυνάμεις με στρατιωτικό τρόπο, για να θέσουν υπό τον έλεγχό τους μεγάλα αποθέματα τροφίμων και να τα προωθήσουν στα κέντρα της βιομηχανικής ανοικοδόμησης. Για τον σκοπό αυτό πρέπει να συγκροτηθούν με κάθε θυσία εργατικές στρατιές και να οργανωθούν στρατιωτικά τα πάντα».[45]Σε τέτοιους είδους αντιλήψεις θα πρέπει να αναζητήσουμε την εκτροπή στον ολοκληρωτισμό του κομμουνιστικού κινήματος.
Η τακτική του ανταρτοπολέμου ,είτε αυτός διεξάγεται σε αγροτικές περιοχές είτε σε αστικούς χώρους, είτε λειτουργεί ως υποκατάστατο του τακτικού στρατού είτε λειτουργεί παράλληλα με αυτόν, είναι μια μέθοδος πολέμου που χρησιμοποιείται, ανάλογα τις συνθήκες, από κάθε εθνική, κοινωνική, «αξιακή» συλλογικότητα. Δεν είναι προνόμιο των λεγόμενων άκρων του πολιτικού φάσματος αλλά μπορεί να χρησιμοποιηθεί και από συλλογικότητες, που γενικώς αποκηρύσσουν την βία. Η ΠΕΑΝ, στον καιρό της ιταλο-γερμανικής κατοχής, υπήρξε μια ολιγάριθμη ομάδα, εμπνευσμένη από τον Π.Κανελλόπουλο, που στις 20 Σεπτεμβρίου 1942 ανατίναξε μέρα- μεσημέρι, στο κέντρο της Αθήνας, τα γραφεία της δωσίλογης οργάνωσης ΕΣΠΟ τραυματίζοντας σοβαρά ή σκοτώνοντας δεκάδες συνεργάτες του εχθρού και αρκετούς Γερμανούς. Ο Αλέξανδρος Παναγούλης, σοσιαλδημοκράτης πολιτικός, με μια κλασσική πράξη ανταρτοπολέμου προσπάθησε να ανατινάξει το αυτοκίνητο του δικτάτορα Γ.Παπαδόπουλου, ώστε να τερματιστεί έγκαιρα η στρατιωτική δικτατορία. Φυσικά η δημοκρατία όπως και κάθε άλλος καθεστώς δεν μπορεί να ανεχθεί την «ένοπλη αμφισβήτηση» και γι’ αυτό θα την αντιμετωπίσει με την κρατική λογική, δηλαδή με νέες αυστηρότερες νομοθεσίες, ενίσχυση της αστυνομίας, με την χρήση νέων τεχνολογιών και ιδιαίτερα την καλλιέργεια από τα μέσα ενημέρωσης ενός κλίματος εχθρικού προς τις ένοπλες οργανώσεις. Αυτό ακριβώς είδαμε να συμβαίνει στην Γερμανία, στην Ιταλία, στην Αγγλία, στην Ισπανία, στην Ελλάδα.
Γ΄
Το βιβλίο του R.Taber «O πόλεμος του ψύλλου. Θεωρία και πρακτική του ανταρτοπολέμου» (Εκδόσεις Κάλβος 1976, Μετ. Σ.Μάνδρος, σελ. 207), μας μεταφέρει τις εμπειρίες του ανταρτοπολέμου στις δεκαετίες 1950- 1960.Έμπνέεται έντονα από τις αντιλήψεις του Τσέ Γκεβάρα και του Μάο. Ως θεμέλιο της τακτικής του αντάρτη ορίζεται η σκέψη του Μάο: «Ο εχθρός προχωρεί, εμείς υποχωρούμε. Ο εχθρός στρατοπεδεύει, εμείς παρενοχλούμε. Ο εχθρός κουράζεται, εμείς κάνουμε επίθεση. Ο εχθρός οπισθοχωρεί, εμείς τον καταδιώκουμε».[46] Ο αντάρτης είναι ευκίνητος, ελεύθερος από εδαφικές εξαρτήσεις, εκμεταλλεύεται την λαϊκή δυσαρέσκεια για κάλυψη, για άντληση εφοδίων και νέες στρατολογήσεις. Μακροπρόθεσμος στόχος του δεν είναι μόνο οι στρατιωτικές νίκες, αλλά και η δημιουργία ενός κλίματος υπονόμευσης που θα κάνει αδύνατη ή ανώφελη την κυριαρχία του εχθρού.
Ο R.Taber εμπνέεται από τον Κλαούζεβιτς και θεωρεί τον ανταρτοπόλεμο «ως επέκταση της πολιτικής μέσω της ένοπλης σύρραξης», η οποία όμως «δεν μπορεί λογικά να επακολουθήσει έως ότου αποδειχτούν άχρηστες όλες οι αποδεκτές ειρηνικές λύσεις – αιτήματα, νομοθετικές ενέργειες και η καταφυγή στην κάλπη. Άν δεν έχουν εξαντληθεί αυτά τα μέσα, δεν υπάρχει ελπίδα να εξασφαλιστεί η λαϊκή υποστήριξη, που είναι τόσο απαραίτητη για την επαναστατική δράση. Για ν’ αποδειχτεί ο λαός τους κινδύνους και τις ευθύνες της οργανωμένης βίας, πρέπει πρώτα να πιστέψει πως δεν υπάρχει άλλη λύση. Δεύτερο, πως η υπόθεση του αγώνα είναι σωστή. Και τρίτο, πως διαθέτει λογικές ελπίδες επιτυχίας. Αυτό το τελευταίο είναι ίσως το ισχυρότερο κίνητρο».[47]
Ο R.Taber, αναφερόμενος σ’ άλλες μελέτες σχετικές με την παρτιζάνικη τακτική του Μάο, επισημαίνει ότι οι βασικές γραμμές της σκέψης του είναι η ανταλλαγή του χώρου με χρόνο και η χρησιμοποίηση του χρόνου για την παραγωγή θέλησης, δηλαδή την «ψυχολογική ικανότητα» του κινέζικου λαού να αντισταθεί και να μην ηττηθεί. Ο Μάο τονίζει: «όταν ο Κόκκινος Στρατός πολεμά, δεν πολεμά μόνο και μόνο για τη χαρά του πολέμου, αλλά για να ξεσηκώσει τις μάζες, να τις οργανώσει και να τις βοηθήσει να θεμελιώσουν την επαναστατική ισχύ. Χωρίς τέτοιους στόχους, ο πόλεμος χάνει το νόημα του κι ο Κόκκινος Στρατός το λόγο ύπαρξής του»[48]. Περισσότερο παραστατικά προσθέτει: «η τακτική αυτή είναι σα να ρίχνεις δίχτυ. Κάθε στιγμή πρέπει να είμαστε σε θέση να το ρίξουμε ή να το τραβήξουμε. Το ρίχνουμε για να κερδίσουμε τις μάζες, το τραβάμε για ν’ αντιμετωπίσουμε τον εχθρό».[49]
Σημαντικό είναι το σημείο όπου ο Μάο τονίζει ότι στον ανταρτοπόλεμο δεν έχει σημασία η διακράτηση εδάφους, όσο η εξουθένωση του εχθρού: «Κάντε κύριο στόχο μας την εκμηδένιση της μαχητικής δύναμης του εχθρού. Μην κάνετε κύριο στόχο μας την κατάληψη ή διατήρηση μιάς πόλης ή μιάς θέσης. Η κατάληψη ή η διατήρηση μιάς πόλης είναι το αποτέλεσμα της εκμηδένισης της μαχητικής δύναμης του εχθρού και συχνά μια πόλη ή θέση θα καταληφθεί οριστικά αφού αλλάξει χέρια αρκετές φορές».[50]
Από πλευράς τεχνικής ο R.Taber τονίζει ότι ο αντάρτης έχει ως κύρια πηγή ανεφοδιασμού τον εχθρό, ώστε οι «εχθρικές γραμμές ανεφοδιασμού εξυπηρετούν και τους δύο στρατούς και συχνά εξυπηρετούν τον αντάρτικο στρατό καλύτερα απ’ ό,τι τον αντίπαλό του».[51]
Ο R.Taber μεταχειρίζεται τον όρο τρομοκρατία με τρόπο αξιολογικά ουδέτερο. Αναφερόμενος στην στρατηγική του IRA στην Ιρλανδία σημειώνει ότι τρομοκρατία είναι το αντάρτικο που διεξάγεται μέσα στις πόλεις, δηλαδή τελικά άλλος ένας τρόπος που διεξάγεται η πολιτική: «οι βόμβες και οι σφαίρες είναι τα φυσικά όπλα του αντάρτη της υπαίθρου και του τρομοκράτη των πόλεων, αλλά ο αληθινός μοχλός και των δύο είναι η πολιτική. Μπορεί να καταστρέφονται μεραρχίες, όπως στο Βιετνάμ, αλλά αυτός δεν είναι ο υπέρτατος στόχος0 .Μπορεί να τρομοκρατούνται πόλεις, όπως στην Κύπρο, αλλά και πάλι δεν είναι αυτός ο σκοπός. Ο σκοπός του πολέμου εθνικής απελευθέρωσης, που αντιπαραθέτει τα ισχνά αποθέματα ενός μικρού και πρωτόγονου έθνους ενάντια στην ισχύ μιάς μεγάλης βιομηχανικής δύναμης, δεν είναι η κατάκτηση ή η τρομοκρατία, αλλά η δημιουργία μιάς αβάσταχτης κατάστασης για τις δυνάμεις κατοχής ή την κυβέρνηση των ανδρεικέλων της».[52]
Η τρομοκρατία προκαλεί την αντι-τρομοκρατία που εντείνει την καταπίεση στον πληθυσμό και τον φέρνει εγγύτερα στους αντάρτες. Η ένταση του αγώνα αναδεικνύει ως πολιτικά ατελέσφορη και οικονομικά ανώφελη την εξουσία της κεντρικής κυβέρνησης είτε αυτή ελέγχεται από τους κατακτητές είτε αποτελείται από εγχώρια όργανά τους.
Ο R.Taber αναφέρεται με θαυμαστικό τρόπο στην αποτελεσματικότητα της τακτικής της ΕΟΚΑ και του αρχηγού της Γ.Γρίβα. Σημειώνει ότι «αν κι ο Γρίβας είναι το αρχέτυπο του στρατιωτικού –σωβινιστής και φασίστας στα μάτια των Ελλήνων κομμουνιστών– η φιλοσοφία του για την τρομοκρατία πλησιάζει εκείνη των αναρχιστών».[53] Προσθέτει δε «Το μικρό κυπριακό κομμουνιστικό κόμμα είχε αποκηρύξει την ΕΟΚΑ ως «αλήτες» και «νεροπιστολάδες». Η γραμμή αυτή του κόμματος θυμίζει την περίπτωση της Κούβας, όπου οι κομμουνιστές αποκήρυξαν τον Κάστρο και τους υποστηρικτές του ως «μπουρζουάδες πραξικοπηματίες».[54]
Η ΕΟΚΑ απαρτιζόταν αρχικά από ολιγάριθμες ομάδες που δεν ξεπερνούσαν τους ογδόντα αντάρτες. Ο στόχος δεν ήταν η στρατιωτική νίκη, αλλά να υποχρεωθεί η Μ. Βρετανία σε διαπραγματεύσεις, με τελικό στόχο την απελευθέρωση του νησιού. Γι’ αυτό η ΕΟΚΑ επέλεξε να έχει όριο αντάρτικης δύναμης μέχρι χίλιους άνδρες , που ενισχύονταν όμως πολλαπλά από τον πληθυσμό (κρησφύγετα, εφοδιασμός, διαδηλώσεις, απεργίες). Η ένταση της βρετανικής στρατιωτικής παρουσίας, σε συνδυασμό με την ενίσχυση της καταπίεσης των Ελληνοκυπρίων, δεν είχε κανένα πρακτικό όφελος για τους Βρετανούς, αντίθετα έστρεψε ακόμη καθαρότερα τον πληθυσμό στο πλευρό της ΕΟΚΑ. Γράφει ο Γρίβας εξηγώντας την τακτική του ανταρτοπολέμου :
«Έκανα πόλεμο στην Κύπρο ενάντια στους Βρετανούς, κι αν αυτοί δεν αναγνώρισαν απ’ την αρχή αυτό το γεγονός, αναγκάστηκαν να το αναγνωρίσουν στο τέλος. Η αλήθεια είναι ότι η μορφή του πολέμου μας, στο οποίο μερικές εκατοντάδες σκοτώθηκαν μέσα σε τέσσερα χρόνια, ήταν πιο εκλεκτικός από τους περισσότερους πολέμους, και μιλάω έχοντας δει πεδία μάχης σκεπασμένα με νεκρούς. Εμείς δεν χτυπούσαμε, σαν το βομβιστή, στα τυφλά. Πυροβολούσαμε μόνο Βρετανούς στρατιώτες, που θα μας σκότωναν αν προλάβαιναν να πυροβολήσουν πρώτοι, και πολίτες που ήσαν προδότες ή πράκτορες της υπηρεσίας πληροφοριών. Το να πυροβολείς τους εχθρούς σου στο δρόμο μπορεί να ήταν χωρίς προηγούμενο, αλλά επεδίωκα αποτελέσματα, όχι προηγούμενα .Πώς κέρδισε τις νίκες του ο Ναπολέων; Χτύπησε τους εχθρούς του στα πλευρά ή στα μετόπισθεν. Κι ό,τι είναι σωστό σε μεγάλη κλίμακα δεν είναι λάθος όταν η κλίμακα περιορίζεται και οι πιθανότητες εναντίον σου είναι εκατό προς μία».[55]
Οι επιθέσεις της ΕΟΚΑ εξύψωσαν το ηθικό του αγωνιζόμενου ελληνοκυπριακού λαού, αποθάρρυναν τους καταδότες και τους συνεργάτες των Άγγλων στα σώματα ασφαλείας και στην κοινωνία. Ο ηρωισμός των ανταρτών, οι δολοφονίες τους από τους κατακτητές, ειδικά ο ηρωικός θάνατος του Γρηγόρη Αυξεντίου, σκόρπισε κύματα συμπαράστασης στην Ελλάδα και σε όλο τον κόσμο. Δίχως όμως την καθολική συμμετοχή των Ελληνοκυπρίων, ο αγώνας της ΕΟΚΑ δεν θα είχε την παραμικρή πιθανότητα επιτυχίας.
Από πλευράς τακτικής, θα πρέπει να προσέξουμε τις σκέψεις του Γρίβα σε σχέση με τις σκέψεις του Θουκυδίδη και του Κλαούζεβιτς: «Κάθε πόλεμος είναι σκληρός κι ο μόνος τρόπος να νικήσεις ανώτερες δυνάμεις είναι δόλος και το τέχνασμα .Δεν μπορείς να έχεις την πολυτέλεια να αποφασίσεις αν θα χτυπάς από μπροστά ή αν θα χτυπάς από πίσω , όπως δεν μπορείς και ν’ αποφασίσεις αν θα χρησιμοποιήσεις τουφέκια ή πυροβόλα. Οι Βρετανοί μπορούν να με κατακρίνουν όσο θέλουν που ξεκίνησα πόλεμο στην Κύπρο, αλλά δεν είχα την υποχρέωση να ζητήσω την άδειά τους γι’ αυτό, και δεν μπορούν ν’ αρνηθούν ότι πολέμησα με τον επιτυχέστερο τρόπο».[56]
Ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζει για την διακρίβωση των τακτικών του ανταρτοπολέμου στις πόλεις και στην ύπαιθρο το ακόλουθο απόσπασμα από το ημερολόγιο του Γρίβα, που μνημονεύει ο Taber: «Η βρετανική απάντηση στις μεθόδους μας ήταν να πλημμυρίσουν το νησί με στρατεύματα. Ήταν μια λαθεμένη απάντηση. Απ’ τη μεριά του αντάρτη, είναι πολύ επικίνδυνο να μεγαλώσει το μέγεθος των ομάδων πέρα από ένα ορισμένο σημείο. Το ονομάζω «σημείο κορεσμού». Κι αυτό καθορίζεται από τη φύση του τεραίν, την ικανότητα των μαχητών, τις ανάγκες τους σε τροφές και εφόδια, την τακτική που υιοθετούν και την ανάγκη να είναι ελάχιστες οι απώλειες. Κάθε δεδομένη περιοχή μπορεί να απορροφήσει έναν ορισμένο αριθμό αντρών… Βάσει της ίδιας αρχής, τα χωριά όπου είμαστε ισχυροί υποκρίνονταν αδυναμία, σύμφωνα με δικές μου διαταγές, ως τη στιγμή που ήταν σκόπιμο να επιτεθούν –ενώ άλλα, όπου οι δυνάμεις μας ήταν ασθενέστερες, συνέχιζαν να επιτίθενται συνεχώς, μόνο και μόνο για να παραπλανούν τον εχθρό. Αν αυτό οδηγούσε σε συλλήψεις , ακόμα και μιάς ολόκληρης ομάδας, δεν είχε σημασία, γιατί υπήρχε πάντα έτοιμη μια εφεδρική ομάδα που περίμενε να αναλάβει δράση. Έτσι δεν απεκάλυψα ποτέ στον εχθρό την πραγματική μας δύναμη, αλλά πάντοτε μετά από μια αιφνιδιαστική έκρηξη βίας το πεδίο της μάχης έμενε άδειο. Όταν οι Βρετανοί προσπαθούσαν ν’ ανταποδώσουν το χτύπημα, δεν έβρισκαν τίποτα να χτυπήσουν. Αυτό ήταν το μυστικό της επιτυχίας μου στα τέσσερα χρόνια του σκληρού αγώνα και οι αρχές μου δεν άλλαξαν όταν φάνηκε στο προσκήνιο ο Χάρντιγκ».[57]
Ο Taber μνημονεύει την περίπτωση μιάς μεγάλης βρετανικής δύναμης από εφτακόσιους άνδρες, που προσπαθώντας να κτυπήσουν αντάρτες της ΕΟΚΑ, που είχαν εν τω μεταξύ ξεγλιστρήσει, άρχισαν να ανταλάσσουν μεταξύ τους πυρά με αποτέλεσμα να έχουν απώλειες παρά πάνω από πενήντα στρατιώτες. Τα σφάλματα που διέπραξε ο αγγλικός στρατός στην Κύπρο είναι απαραίτητο μάθημα για καθένα που θέλει να μάθει τις τακτικές του ανταρτοπολέμου και την αντιμετώπισή τους: «ο Χάρντιγκ επέμενε στο λάθος του: υποτιμούσε τον εχθρό του από τη μια μεριά και υπερτιμούσε τις δικές του δυνάμεις από την άλλη. Αλλά κανείς δεν χρησιμοποιεί ένα τανκ για να πιάσει αρουραίους – μια γάτα κάνει καλύτερα τη δουλειά. Η μόνη ελπίδα του στρατάρχη να μας βρει ήταν να παίξει τη γάτα με το ποντίκι: να χρησιμοποιήσει μικρές ειδικά εκπαιδευμένες μονάδες, που θα μπορούσαν να ενεργούν με πονηριά και υπομονή και θα χτυπούσαν εκεί που δεν θα τους περιμέναμε». [58] Ο Γρίβας σε αυτό το σημείο επαναλαμβάνει την σκέψη του Ναπολέοντα, που οι Βρετανοί αγνόησαν: «τον αντάρτη θα πρέπει να τον μάχεσαι ως αντάρτης».
Οι αξιολογήσεις του R.Taber για τον Γρίβα περιορίζονται στις αναμφισβήτητες ικανότητες του να στήσει το αντάρτικο της ΕΟΚΑ στις πόλεις και στην ύπαιθρο. Δεν επεκτείνονται ούτε στις γενικότερες πολιτικές επιλογές του, ούτε στην επίθεση εναντίον του αρχιεπισκόπου Μακαρίου, ούτε στην δημιουργία της ΕΟΚΑ Β’. Η τελευταία υπήρξε κακέκτυπο της πρώτης, διότι ούτε την απαραίτητη λαϊκή συναίνεση είχε, ούτε στρεφόταν κατά του αποικιοκράτη, αλλά κατά της νόμιμης και δημοκρατικά εκλεγμένης κυπριακής κυβέρνησης, ενώ μετέβαλε τον χαρακτήρα του πολέμου από εθνικοαπελευθερωτικό σε εμφύλιο.
Ο Taber αναζήτησε τα αίτια των στρατηγικών αποτυχιών του αντάρτικου, πέρα από κάποιες τακτικές επιτυχίες, όπως συνέβη με τον Δημοκρατικό Στρατό στον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο. Ειδικά γι’ αυτόν επισημαίνει ότι «προσφέρει οδηγίες σ’ αυτούς που ενδιαφέρονται να μάθουν πώς να μην διεξάγουν έναν ανταρτοπόλεμο».[59] Η ηγεσία του ΚΚΕ, σε έναν δόλο της ιστορίας, αγνόησε τα λενινιστικά μαθήματα οργάνωσης του επαναστατικού πολέμου, που είναι κοινά άλλωστε με τα συμπεράσματα κάθε άλλου σοβαρού θεωρητικού του πολέμου. Τα σημαντικότερα λάθη του είναι «η απώλεια της πραγματικής επαφής με τον ελληνικό πληθυσμό» και η ανώφελη επιμονή διακράτησης εδάφους αντί μιάς μακροχρόνιας ευέλικτης τακτικής που θα ροκάνιζε σταθερά το έδαφος της κεντρικής κυβέρνησης. Προτίμησε να πολεμήσει σε μάχες τακτικού στρατού, εκεί δηλαδή που ο Δημοκρατικός Στρατός ήταν αδύναμος, ενώ η κεντρική κυβέρνηση είχε τα σημαντικότερα πλεονεκτήματά της – πολυπληθέστερα στρατεύματα με πολύ καλύτερο οπλισμό και μέσα ανεφοδιασμού. Η αρχική αναποφαστικότητα ανάμεσα στην ομαλή δημοκρατική εξέλιξη και τον εμφύλιο πόλεμο την στέρησε από τον αναγκαίο για την προετοιμασία χρόνο και πολύτιμες εφεδρείες σε ανθρώπους και πολεμικό υλικό. Όταν η ηγεσία του ΚΚΕ, αποφάσισε την ένοπλη ανταρσία , η έξοδος από τις πόλεις για το βουνό για τους υποψήφιους αντάρτες είχε καταστεί σχεδόν αδύνατη, ενώ οι συμπαθούντες είχαν εν τω μεταξύ συγκεντρωθεί σε στρατόπεδα συγκέντρωσης – «αναμόρφωσης». Επίσης στην ύπαιθρο είχαν δημιουργηθεί «υγειονομικές ζώνες», όπου δεν υπήρχαν ούτε άνθρωποι, ούτε εφόδια, ούτε χώροι στους οποίους προσωρινά θα μπορούσαν να καταφύγουν. Η σύγκρουση του Τίτο με την ΕΣΣΔ, είχε ως αποτέλεσμα ο ΔΣΕ να απωλέσει σταδιακά την κρίσιμη υποστήριξη της Γιουγκοσλαβίας, ενώ οι λανθασμένες θέσεις που έλαβε στο Μακεδονικό – με την οποία κέρδισε προσωρινά μόνο, ορισμένους σλαυόφωνους πληθυσμούς και έχασε πολύ περισσότερους – οδήγησαν τελικά τον ΔΣΕ και το ΚΚΕ στην ολοκληρωτική ήττα. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε περιοχές της χώρας που δεν συνόρευαν με άλλες βαλκανικές χώρες, όπως η Πελοπόννησος, η Κρήτη και τα νησιά του Αιγαίου o ΔΣΕ αποδεκατίστηκε εντελώς και οι επιζήσαντες ήσαν μερικές δεκάδες που οι περισσότεροι κρυβόντουσαν μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ’60 στα βουνά ή σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις στις πόλεις (μία τέτοια περίπτωση ήταν στην Πελοπόννησο ο ταγματάρχης του ΔΣΕ Α.Καμαρινός, που σκηνοθέτησε τον θάνατό του και κρύφτηκε στο σπίτι του μέχρι τα μέσα περίπου του ’60). Ο Taber καταλήγει «Η επανάσταση είναι εξ ορισμού ένα μαζικό φαινόμενο. Η Ελλάδα, η Μαλαισία και οι Φιλιππίνες επιβεβαιώνουν το αξίωμα ότι χωρίς μαζική συμμετοχή ή τουλάχιστον λαϊκή υποστήριξη δεν μπορεί να γίνει επανάσταση. Οι Χούκ την έχασαν, οι Κινέζοι στη Μαλαισία ποτέ δεν την είχαν και οι Έλληνες κομμουνιστές την έδιωξαν».[60]
Ο Taber ασχολείται με τον Κινέζο θεωρητικό του πολέμου, τον Σού Τζού, με τον οποίο δεν ασχολήθηκαν ούτε ο C.Schmitt, ούτε ο Π.Κονδύλης. Πιστεύει ότι από αυτόν ο Μάο άντλησε τις σημαντικότερες σκέψεις του για την οργάνωση του αντάρτικου. Όπως διαπιστώνουμε, οι απόψεις του Σού Τζού είναι κοινές σε γενικές γραμμές με τις σκέψεις άλλων θεωρητικών του πολέμου. Κατανοεί σε κάθε περίπτωση τον συσχετισμό δυνάμεων και εξάγει τα αντίστοιχα συμπεράσματα: «Κάθε πόλεμος βασίζεται στην πανουργία. Συνεπώς, όταν μπορείς, προσποιήσου ανημποριά, όταν είσαι δραστήριος προσποιήσου τον αδρανή. Όταν βρίσκεσαι κοντά, κάντο να φαίνεται πώς είσαι μακρυά, όταν είσαι μακρυά δείξε πώς βρίσκεσαι κοντά. Πρόσφερε στον εχθρό ένα δόλωμα για να τον παραπλανήσεις, υποκρίσου πως σκορπίζεις τις δυνάμεις σου και χτύπα τον. Όταν συγκεντρώνεσαι προετοιμάσου εναντίον του, όπου είναι δυνατός αποφυγέ τον. Εξόργισε το στρατηγό του εχθρού και μπερδεψέ τον. Κράτησέ τον υπό πίεση και φθείρε τον. Όταν έχει ενότητα διασπασέ τον. Κάνε επίθεση εκεί που είναι απροετοίμαστος, χτύπα τον όταν δεν σε περιμένει. Αυτά είναι τα μυστικά της νίκης».[61]
Ο Taber σκιαγραφεί τις φυσικές και πνευματικές προϋποθέσεις της προσωπικότητας του αντάρτη: «Από πλευράς φυσικής διάπλασης, ο αντάρτης πρέπει να είναι δυνατός, με σιδερένια και γερά πνευμόνια. Από πλευράς ιδιοσυγκρασίας, πρέπει να είναι αισιόδοξος, στωικός και ασκητικός. Πρέπει να αγαπάει την σκληρή ζωή που ζει. Αλλά αυτό που είναι αναντικατάστατο είναι η ιδεολογική πανοπλία του. Πάνω απ’ όλα, ο επαναστάτης ακτιβίστας πρέπει να πατάει σε σταθερό ηθικό έδαφος, αν θέλει να είναι παραπάνω απ’ το επίπεδο του πολιτικού ληστή».[62] Γράφοντας σε μία εποχή που οι αντάρτες, ανεξάρτητα από ιδεολογική απόχρωση, σημείωναν μεγάλες πολιτικές επιτυχίες, θεώρησε τον ανταρτοπόλεμο ως την σημαντικότερη μορφή πολέμου που χρησιμοποιούν οι ασθενέστεροι λαοί, αλλά και ως τον προνομιακό χώρο διεξαγωγής της πολιτικής. Βέβαια πολλές σημαντικές πολιτικές ανατροπές συμβαίνουν χωρίς την προσφυγή στην βία. Αναίμακτα σημειώθηκαν πολλές αλλαγές σε χώρες της Λατινικής Αμερικής, αναίμακτα κατέρρευσαν τα καθεστώτα του «υπαρκτού σοσιαλισμού» στην Ανατολική Ευρώπη. Οι εποχές , όπως και οι κοινωνικές συνθήκες αλλάζουν παρασύροντας και τις μεθόδους της πολιτικής.
Είναι αρκετά μακρυνή η εποχή που ο Τσε Γκεβάρα έγραψε ένα σημαντικό εγχειρίδιο του ανταρτοπολέμου (απαραίτητο στον μελετητή, στον αντάρτη όπως και στα κράτη που αντιμετωπίζουν αντάρτες). Με βάση τις πλούσιες προσωπικές εμπειρίες περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια την τακτική του αντάρτη, που την διακρίνει αυστηρά από την τρομοκρατία. Αποδίδει μεγάλη σημασία στο ήθος που θα πρέπει να τον διακρίνει: «Όμως ο αντάρτης μαχητής, ως άτομο που έχει συνείδηση του ρόλου του στην πρωτοπορία του λαού, πρέπει να διακατέχεται από μια ηθική που θα τον αναδεικνύει αληθινό ιερέα της μεταρρύθμισης την οποία ευαγγελίζεται. Στη στωικότητα που επιβάλλουν οι δυσμενείς συνθήκες του πολέμου θα πρέπει να προστεθεί η αυτοπειθαρχία η οποία γεννιέται από τον αυστηρό αυτοέλεγχο, που θα προλάβει και την παραμικρή υπερβολή, το παραμικρό ολίσθημα κάτω από οποιοσδήποτε συνθήκες. Ο αντάρτης μαχητής πρέπει να έχει την εγκράτεια του ασκητή».[63]Ενώ σε ένα άλλο σημείο τονίζει «Ο επαναστάτης που σε συνθήκες παρανομίας προετοιμάζεται για πόλεμο θα πρέπει να ζεί σαν ασκητής. Κατ’ αυτό τον τρόπο εξετάζεται και η ποιότητα του ατόμου, η πειθαρχία που είναι σε θέση να επιδείξει, χαρακτηριστικό που αργότερα θα γίνει η βάση του κύρους».[64] Όμως η ασκητική συγκρότηση που απαιτεί να έχει ο αντάρτης, προϋποθέτει και μία αντίστοιχη μεταφυσική ή εσχατολογία. Έτσι η πολιτική μεταβολή ταυτίζεται με το Απόλυτο και ο ίδιος ο αντάρτης αναδεικνύεται ως ένας ιερέας έτοιμος να θυσιαστεί. Πράγματι στο υποσυνείδητο των λαών της Λατινικής Αμερικής ο Τσε Γκεβάρα , από απλός πολιτικός μαχητής έλαβε τις διαστάσεις και την ακτινοβολία ενός άγιου.
Το αντάρτικο του Τσέ Γκεβάρα δεν είναι μια νετσαγιεφικού χαρακτήρα οργάνωση που δεν αποδίδει σημασία στις αξίες. Αντίθετα η ταύτιση με αυτές είναι η προϋπόθεση για την επιτυχία του: «Επειδή έχει πολύ μεγάλη σημασία να διατηρούμε το στρατόπεδο πειθαρχημένο, αυτό θα πρέπει να γίνεται με έναν τρόπο που να διαπαιδαγωγεί τους άντρες με αρχές και αξίες.»[65]Με την νίκη της επανάστασης το αντάρτικο μεταβάλλεται σε τακτικό στρατό ώστε «ο στρατός είναι λαός με στολή»[66].
Οι επαναστατικές οργανώσεις της Δυτικής Ευρώπης όπως και της Ελλάδας , που επικαλούνταν σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις το παράδειγμα του Τσε Γκεβάρα – ακόμη και όταν δεν τον ακολουθούσαν πιστά – έχουν ηττηθεί ή αυτόβουλα κατέθεσαν τα όπλα. Εξαίρεση αποτελούν ορισμένες εθνικιστικές οργανώσεις όπως η ΕΤΑ των Βάσκων. Η κυριότερη ελληνική ένοπλη επαναστατική οργάνωση «17 Νοέμβρη», προσπάθησε συνδυάζοντας τον μαρξισμό με τον εθνισμό να εμπνεύσει μιάς διπλής εντάσεως εχθρότητα, εθνική και ταξική. Επαναλαμβάνοντας απόψεις αρκετά κοινότυπες -ίσως και δημοφιλείς- στην ελληνική κοινωνία, απέτυχαν δια της «ένοπλης προπαγάνδας» να επιτύχουν μια καθολική πολιτική κινητοποίηση ή ακόμη περισσότερο το ξέσπασμα εμφυλίου πολέμου. Δίχως την λαϊκή συμμετοχή οποιαδήποτε κλειστή ομάδα μπορεί να επιζεί στο σκοτάδι για καιρό, αλλά δεν μπορεί να επιτύχει κανένα ουσιώδες πολιτικό αποτέλεσμα. Όσο δε μία ομάδα γίνεται περισσότερο συνωμοτική, τόσο περισσότερο θα αποκτά χαρακτηριστικά ελιτισμού και βολονταρισμού. Στο τέλος αυτής της πορείας, πρίν την αναπόφευκτη ήττα, θα καλλιεργεί αναγκαστικά τεράστιες ζωτικές αυταπάτες και ψεύδη , ομοιάζοντας έτσι περισσότερο με τα πρόσωπα, που αδρά μας περιγράφει ο Ντοστογιέφσκι στους «Δαιμονισμένους», παρά με τους επαναστάτες, που δεν φοβήθηκαν να ζουν στο φως της ημέρας.
Ο Ιταλός ιδιόρρυθμος αναρχικός Τζιανφράνκο Σανγκουινέττι υποστήριξε ότι πολλές από τις τρομοκρατικές επιθέσεις – όπως η σφαγή στην πλατεία Φοντάνα το 1969 που αποδόθηκε αρχικά σε νεοφασίστες ή αναρχικούς– οργανώθηκαν από το ίδιο το κράτος। [67]Όμως το γεγονός αυτό δεν μπορεί να αναιρέσει τον αυτοφυή χαρακτήρα πολλών από τις ένοπλες οργανώσεις, που έδρασαν τις προηγούμενες δεκαετίες στην Δυτική Ευρώπη.
Ο ανταρτοπόλεμος, ως μια ειδική μορφή του πολέμου επιβεβαιώνει τον κλασσικό ορισμό του Κλαούζεβιτς «περί της συνέχειας της πολιτικής με άλλα μέσα».Συνεπώς ο ανταρτοπόλεμος δεν είναι ο σκοπός αλλά το μέσο για την επίτευξη ενός σκοπού που προηγουμένως έχει καθορίσει η πολιτική. Στις σύγχρονες κοινωνίες με υψηλή πληθυσμιακή πύκνωση και ακόμη μεγαλύτερη πληροφοριακή και τεχνολογική συγκέντρωση , ο κλασσικός ανταρτοπόλεμος και η κλασσική τρομοκρατία , όλο και πιο συχνά θα αντικαθίσταται από την νέα τρομοκρατία. Όπως έγκαιρα έγραψε ο Π. Κονδύλης θα έχει την μορφή των δικτύων της Αλ Κάιντα ή των hackers που διαλύουν το πληροφοριακό δίκτυο του εχθρού. Οι νέοι πόλεμοι θα είναι αδυσώπητοι, στοιχειακοί και περισσότερο από κάθε άλλη φορά δεν θα επιτρέπουν την ύπαρξη ουδετέρων .Η εχθρότητα θα είναι απόλυτη και ο πόλεμος ολοκληρωτικός .Ο εχθρός δεν θα θεωρείται μόνο καθένας που φορά στολή αλλά εξίσου και ο άμαχος πληθυσμός .Ο φαύλος κύκλος της τρομοκρατίας και της αντιτρομοκρατίας θα λάβει δραματικότερη μορφή, καθώς στον Εχθρό δεν θα αναγνωρίζεται κανένα δικαίωμα ύπαρξης . Ο παγκόσμιος αγώνας για την κατανομή των αγαθών τείνει να μεταβάλλει την ειρήνη σε ένα πολύ σπάνιο αγαθό για το μεγαλύτερο μέρος της ανθρωπότητας, ώστε πίσω από την πρόσοψη της καντιανής ειρήνης και της διεθνούς έννομης τάξης να επικρατεί ο χομπσιανός «πόλεμος όλων εναντίον όλων».
[1] C.Schmitt: Η θεωρία του Αντάρτη- Παρεμβολή στην έννοια του Πολιτικού, Εκδόσεις Πλέθρον 1990, μετ. Σ.Χασιώτη, επιμέλεια Κ.Καλφόπουλος, σελ.9. Για το συγκεκριμένο έργο του C.Schmitt είναι χρήσιμη η μελέτη του Μ.Ανθόπουλου: «Η θεωρία του παρτιζάνου και ο C.Schmitt :Σημειώσεις για την πολιτική και τον πόλεμο» (περιοδικό Θέσεις, τεύχος 10, Γενάρης-Μάρτης 1985, σελ.81-103), όπου συνοψίζονται οι επιρροές του C.Schmitt στην γερμανική αριστερά (Λούκατς, Μ.Άντλερ) καθώς και στην ιταλική αριστερά (Μ.Κασσιάρι, Μ.Τρόντι, Α.Νέγκρι) .Οι επιρροές ή οι σχολιασμοί του C.Schmitt στην Ελλάδα θα πρέπει να είναι ένα ξεχωριστό κεφάλαιο. Επιγραμματικά μπορούμε να ισχυριστούμε ότι σχολιάζεται, μεταφράζεται ή επιδρά σε στοχαστές που προέρχονται από την αριστερά (παλαιότερα στον Α.Σβώλο, στον Ι.Κοντιάδη, τις τελευταίες δεκαετίες στον Π.Κονδύλη, στον Θ.Λίποβατς, στον Γ.Πάσχο, στον Γ.Σταμάτη και άλλους), ενώ επιρροές στην ελληνική δεξιά ή στην ακροδεξιά δεν εντοπίζονται.
[2] Όπως προηγούμενα σελ.14.
[3] Όπως προηγούμενα σελ. 19
[4] Όπως προηγούμενα σελ. 20
[5] Όπως προηγούμενα σελ. 26
[6] Όπως προηγούμενα σελ. 28
[7] Όπως προηγούμενα σελ. 44.
[8] Όπως προηγούμενα σελ. 45
[9] Karl von Klausewitz «Περί του Πολέμου», Εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη ,1999, μετάφραση- επιμέλεια Ν.Ξυπουλιά, σελ.375.
[10] C.Schmitt: Η θεωρία του Αντάρτη- Παρεμβολή στην έννοια του Πολιτικού, Εκδόσεις Πλέθρον 1990, μετ. Σ.Χασιώτη, επιμέλεια Κ.Καλφόπουλος, σελ. 49
[11] Όπως προηγούμενα σελ. 49.
[12] Όπως προηγούμενα σελ. 50.
[13] Όπως προηγούμενα σελ. 51
[14] Όπως προηγούμενα σελ. 54
[15] Όπως προηγούμενα σελ. 55
[16] Όπως προηγούμενα σελ. 56
[17] Μάο Τσέ Τούνγκ «Περί Ανταρτοπολέμου», Εκδόσεις Επικοινωνίες, Αθήνα 2005, Μετάφραση -Επιμέλεια Μανούσος Καμπούρης σελ.34
[18] Όπως προηγούμενα σελ. 75.
[19] Όπως προηγούμενα σελ. 86
[20] Όπως προηγούμενα σελ. 90
[21] Όπως προηγούμενα σελ. 96
[22] Όπως προηγούμενα σελ. 113
[23] Όπως προηγούμενα σελ. 125
[24] Όπως προηγούμενα σελ. 66
[25] Όπως προηγούμενα σελ. 70
[26] Όπως προηγούμενα σελ.72
[27] Όπως προηγούμενα σελ. 76
[28] Όπως προηγούμενα σελ. 89
[29] Π.Κονδύλη: «Θεωρία του Πολέμου», Εκδόσεις Θεμέλιο 1998 (α’ έκδοση Στουτγάρδη 1988), σελ. 250.
[30] Όπως προηγούμενα σελ. 254.
[31] Όπως προηγούμενα σελ. 258
[32] Όπως προηγούμενα σελ. 258
[33] Όπως προηγούμενα σελ.258
[34] Όπως προηγούμενα σελ.258-259
[35] Π.Κονδύλης: Το αόρατο χρονολόγιο της σκέψης, Εκδόσεις Νεφέλη 1998, σελ. 133
[36] όπως προηγούμενα σελ.133-134
[37] Π.Κονδύλη: «Θεωρία του Πολέμου», Εκδόσεις Θεμέλιο 1998 (α’ έκδοση Στουτγάρδη 1988), σελ. 375.
[38] Π.Κονδύλης: Το αόρατο χρονολόγιο της σκέψης, Εκδόσεις Νεφέλη 1998, σελ.135.
[39] Π.Κονδύλη: «Θεωρία του Πολέμου», Εκδόσεις Θεμέλιο 1998 (α’ έκδοση Στουττγάρδη 1988), σελ. 376-377.
[40] όπως προηγούμενα σελ. 310.
[41] όπως προηγούμενα σελ. 310
[42] όπως προηγούμενα σελ. 311
[43] όπως προηγούμενα σελ. 311
[44] όπως προηγούμενα σελ. 314
[45] όπως προηγούμενα σελ. 315
[46] R.Taber «O πόλεμος του ψύλλου .Θεωρία και πρακτική του ανταρτοπολέμου», Εκδόσεις Κάλβος 1976, Μετ. Σ.Μάνδρος, σελ.31.
[47] όπως προηγούμενα σελ. 37
[48] όπως προηγούμενα σελ.56
[49] όπως προηγούμενα σελ.63
[50] όπως προηγούμενα σελ.67
[51] όπως προηγούμενα σελ.69
[52] όπως προηγούμενα σελ.114
[53] όπως προηγούμενα σελ.133
[54] όπως προηγούμενα σελ.136
[55] όπως προηγούμενα σελ133
[56] όπως προηγούμενα σελ. 142.
[57] όπως προηγούμενα σελ.143,144
[58] όπως προηγούμενα σελ.149
[59] όπως προηγούμενα σελ.160
[60] όπως προηγούμενα σελ.165
[61] όπως προηγούμενα σελ.166
[62] όπως προηγούμενα σελ.188
[63] Τσέ Γκεβάρα: «Ο Ανταρτοπόλεμος», Εκδόσεις Άποψη, Αθήνα 2005, Μετάφραση Κ. Διαβολίτση σελ. 50.
[64] όπως προηγούμενα σελ.127
[65] όπως προηγούμενα σελ.68
[66] όπως προηγούμενα σελ. 150
[67] Τζιανφράνκο Σανγκουινέττι: «Περί της Τρομοκρατίας και του Κράτους», Εκδόσεις Ύψιλον 1979, σελ. 8 Ενδιαφέρουσα και η ακόλουθη άποψη του Σανγκουινέττι: «Η Ιταλική τρομοκρατία είναι το τελευταίο αίνιγμα της κοινωνίας του θεάματος και μόνον όποιος σκέφτεται διαλεχτικά μπορεί να το λύσει» (σελ. 26).
*Δημοσιεύτηκε στο μπλογκ  http://koutroulis-spyros.blogspot.com


Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Γράψτε το σχόλιό σας, στα πλαίσια της ευγένειας και της ευπρέπειας.