Τετάρτη 15 Σεπτεμβρίου 2021

Η μάχη του Άρνεμ

Η οδική γέφυρα του Άρνεμ, όπως φωτογραφήθηκε απ' αέρος την δεύτερη ημέρα των επιχειρήσεων. Στο βόρειο άκρο της διακρίνονται κατεστραμμένα γερμανικά οχήματα και βρετανικά τμήματα σε αμυντική διάταξη. (Πηγή)



Η μάχη του Άρνεμ, ήταν μια από τις πιο μεγάλες  διακλαδικές επιχειρήσεις του 2ου ΠΠ που έλαβε χώρα στο διάστημα μεταξύ 17 και 26 Σεπτεμβρίου του 1944.  Περιλάμβανε μιας μεγάλης κλίμακας αεραποβατική επιχείρηση, μετά από την απόβαση στη Νορμανδία, με σκοπό την έγκαιρη κατάληψη των γεφυρών του Ρήνου που βρίσκονταν κοντά στην ομώνυμη ολλανδική πόλη, έτσι ώστε να  διατηρηθούν  ανέπαφες μέχρις συνένωσης με τις προελαύνουσες συμμαχικές δυνάμεις.

Οι σύμμαχοι επιδίωκαν με την κατάληψη τέτοιων γεφυρών ή περασμάτων, να παρακάμψουν την ισχυρή γερμανική αμυντική γραμμή Siegfried  και να εισχωρήσουν γρήγορα στην κοιλάδα του Ρουρ όπου βρισκόταν η βαριά βιομηχανική περιοχή των Γερμανών. Έτσι εκτιμούσαν ότι θα μπορούσαν να σταματήσουν την γερμανική "πολεμική μηχανή" και ότι θα επέσπευδαν την λήξη του πολέμου.

Πολύ καλή σύλληψη της ιδέας ενεργείας, που ανήκε στον Στρατηγό Μοντγκόμερι, αλλά πολύ δύσκολη στην εκτέλεση, όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων. Το γενικό σχέδιο των αεραποβατικών επιχειρήσεων, πήρε την ονομασία "Market Garden". Η αμερικανική 101 αεραποβατική μεραρχία ανέλαβε την κατάληψη γεφυρών στην περιοχή του Έιντχοβεν, ενώ η επίσης αμερικανική 82 αεραποβατική μεραρχία ανέλαβε να εξασφαλίσει τα περάσματα στην περιοχή του Νέιμεγχεν

Η σχεδίαση για τις γέφυρες του Άρνεμ, προέβλεπε την ρίψη αλεξιπτωτιστών και την προσγείωση στρατευμάτων με ανεμοπλάνα όπως φαίνεται στο σχεδιάγραμμα παρακάτω.

Με την μπλε γραμμή απεικονίζεται η γραμμή του αεροπρογεφυρώματος που σχεδίαζαν να διατηρήσουν οι Βρετανοί αλεξιπτωτιστές μέχρι να συνενωθούν με τις προελαύνουσες χερσαίες δυνάμεις τους.  Νότια με την ένδειξη DZ "K"΄φαίνεται η τότε σχεδιασθείσα ζώνη ρίψεως των Πολωνών. Όλες οι ζώνες είχαν σχεδιαστεί να βρίσκονται μακριά από την γέφυρα γιατί οι πληροφορίες των Βρετανών ανέφεραν την ύπαρξη αντιαεροπορικών μέσων γύρω απ' αυτήν. Η ζώνη με την επισήμανση: SDZ "V" (ζώνη ρίψεως εφοδίων) καθώς και η ΖΡ της πολωνικής ταξιαρχίας που βρίσκονταν εγγύς, θα ενεργοποιούνταν σε μεταγενέστερο χρόνο, μετά την κατάληψη της γέφυρας από το 1ο κύμα της αεραποβατικής δύναμης.   (Πηγή)




Οι γέφυρες του Άρνεμ, (μια οδική, μια σιδηροδρομική και 1 πορθμείο), βρίσκονταν στο βορειότερο σημείο της ζώνης ενεργείας του βρετανικού ΧΧΧ Σώματος Στρατού το οποίο είχε σχεδιασθεί να προελάσει ανατολικά μέσα στη Γερμανία, σαν πρώτο κλιμάκιο της 2ης βρετανικής στρατιάς, εκμεταλλευόμενο την διατήρηση των ανέπαφων γεφυρών από τις αεραποβατικές δυνάμεις, με τις οποίες θα έκανε συνένωση εντός δύο έως τριών ημερών από την ημέρα έναρξης της αεραποβατικής επιχείρησης.

Την κατάληψη των γεφυρών του Άρνεμ, που βρισκόταν 97 χιλιόμετρα πίσω από τις εχθρικές γραμμές, την ανέλαβε η 1η βρετανική αεραποβατική μεραρχία, με διοικητή τον υποστράτηγο Ρόι Έρκχαρτ συνεπικουρούμενη από ένα σύνταγμα ανεμοπτέρων και από την ανεξάρτητη πολωνική 1η ταξιαρχία αλεξιπτωτιστών.

Η μεραρχία περιλάμβανε δύο ταξιαρχίες αλεξιπτωτιστών, μια αερομεταφερόμενη ταξιαρχία (με ανεμοπλάνα), μια μοίρα πυροβολικού, μονάδα μηχανικού, μονάδα εφοδιασμού-μεταφορών, μονάδα υγειονομικού. Όλες οι μονάδες είχαν πολεμική εμπειρία από επιχειρήσεις σε άλλα μέτωπα, αλλά η μεραρχία σαν σχηματισμός, για πρώτη φορά ανελάμβανε πολεμική αποστολή με πλήρη συγκρότηση. Ο δε διοικητής της ανελάμβανε επίσης για πρώτη φορά διοίκηση μεραρχίας και το οξύμωρο ήταν, ότι τον έπιανε ..ναυτία όταν ταξίδευε με αεροπλάνο!

Οι Βρετανοί θεώρησαν ότι θα ήταν μια εύκολη επιχείρηση, εκτιμώντας ότι ο αντίπαλος, είχε ήδη αποδιοργανωθεί υποχωρώντας μπροστά στην προέλαση των συμμάχων. Οι εκτιμήσεις τους όμως ήταν λανθασμένες, γιατί βασίστηκαν σε λάθος πληροφορίες, οι οποίες ανέφεραν για την περιοχή του Άρνεμ,  ύπαρξη τμημάτων επιστρατευμένων εφέδρων μεγάλης ηλικίας, αμελητέας επικινδυνότητας για τους αλεξιπτωτιστές!

 Για την ακρίβεια, οι πληροφορίες υπήρχαν για την ύπαρξη γερμανικών δυνάμεων και μάλιστα τεθωρακισμένων στην περιοχή, προερχόμενες και από την ολλανδική αντίσταση, αλλά δεν αξιοποιήθηκαν στο βαθμό που έπρεπε. Η "ζέση" για την αεραποβατική επιχείρηση, συνεπήρε τους επιτελείς αξιωματικούς-αλεξιπτωτιστές και δεν έδωσαν την βαρύτητα που έπρεπε στην ανάλυση των πληροφοριών. Ειδικότερα ήθελαν να αποδείξουν ότι μπορούν ν' αναλάβουν αυτοδύναμα τέτοιες αποστολές! Εδώ έγινε το μεγάλο σφάλμα!

 Στην πραγματικότητα η περιοχή του Άρνεμ είχε καθοριστεί από τους Γερμανούς σαν χώρος ανασυγκροτήσεως των εφεδρικών μονάδων τους που είχαν αποχωρήσει από την περιοχή του Ατλαντικού, ειδικά μετά την κατάληψη της Αμβέρσας από τους συμμάχους, αρχές Σεπτεμβρίου 1944. Στην περιοχή, δυτικά της πόλης,  βρίσκονταν σταθμευμένες γερμανικές μονάδες όλων των κλάδων, που αποτελούσαν μια μικτή δύναμη επιχειρήσεων,  δυνάμεως 7 ταγμάτων, με ένα στρατηγείο μετόπισθεν.

Κοντά στο Άρνεμ, ήταν εγκατεστημένο το στρατηγείο του διοικητή της γερμανικής Ομάδος Στρατιών Β το οποίο είχε σαν αποστολή την αναδιοργάνωση των σκορπισμένων μονάδων και την οργάνωση της άμυνας της περιοχής.

Επιπλέον βόρεια του Άρνεμ, είχαν συγκεντρωθεί για αναδιοργάνωση, μονάδες του ΙΙου τεθωρακισμένου σώματος στρατού των SS, προερχόμενες από την 9η και 10η τεθωρακισμένες μεραρχίες SS αντίστοιχα, μετά την διαφυγή τους από τον θύλακα του Φαλέζε. Ειδικά αυτές οι μεραρχίες ήταν καλά εκπαιδευμένες στην αντιμετώπιση αεραποβατικών στρατευμάτων.

Για να γίνει πιο αντιληπτή η δυνατότητα αυτών των σχηματισμών, αρκεί να ειπωθεί ότι η 9η μεραρχία για παράδειγμα, διέθετε εκεί μια μηχανοκίνητη ταξιαρχία πεζικού, μια μοίρα πυροβολικού, δύο αυτοκινούμενες πυροβολαρχίες και μια ίλη αρμάτων. Εκτιμάται ότι η συνολική δύναμη των σχηματισμών SS έφτανε τους 7.000 άνδρες, με βαρύ εξοπλισμό!

Υπήρχαν και οι Ολλανδοί Ναζί όμως, που είχαν οργανωθεί, σε ένα τάγμα επιτήρησης των γερμανικών στρατοπέδων συγκέντρωσης της περιοχής μαζί με Ουκρανούς Ναζί,(για να μην ξεχνάμε την ιστορία). Υπήρχε ακόμη  ένα ολλανδικό τάγμα πεζικού SS που εκπαιδευόταν σε μια κοντινή πόλη.

Επομένως τα πράγματα δεν ήταν τόσο εύκολα όπως πίστευαν οι Βρετανοί αλεξιπτωτιστές πολλοί από τους οποίους είχαν πάρει στο φόρτο τους και προσωπικά αντικείμενα για "ώρες ανάπαυσης" που πίστευαν ότι θα ήταν αρκετές!

Η σχεδίαση της αεραποβατικής επιχείρησης στο Άρνεμ, παρουσιάζει ενδιαφέρον για ένα στρατιωτικό μελετητή. Λόγω της μεγάλης κλίμακας αεραπόβασης σε τρεις διαφορετικές περιοχές, εκτελούμενης από τρεις αντίστοιχα μεραρχίες,  τα αεροπορικά μεταφορικά μέσα δεν ήταν διαθέσιμα για την εκτέλεση μιας και μοναδικής διαδρομής προς τον αντικειμενικό σκοπό της βρετανικής 1ης μεραρχίας. Αποφασίστηκε λοιπόν η μεταφορά της σε τρεις διαδρομές, με εκτέλεση μιας διαδρομής ανά ημέρα.

Έτσι το σχέδιο επιχειρήσεων προέβλεπε:

 Σε 1η φάση, (1η ημέρα):

Την ρίψη της 1ης ταξιαρχίας αλεξιπτωτιστών και την προσγείωση με ανεμοπλάνα της 1ης αερομεταφερόμενης ταξιαρχίας, μαζί με μια μοίρα πυροβολικού, λόχο μηχανικού και λόχο υγειονομικού. Μαζί τους, θα προσγειωνόταν και το τακτικό στρατηγείο της μεραρχίας. Η προσγείωση των αερομεταφερομένων στρατευμάτων θα γινόταν στις ΖΠ "S" και "Z" αντίστοιχα (δείτε τον χάρτη παραπάνω), με σκοπό να εξασφαλίσουν τις υπόλοιπες σχεδιασθείσες ΖΡ και ΖΠ για τις επόμενες ημέρες.

Η ταξιαρχία αλεξιπτωτιστών με τα τρία τάγματά της  θα έπεφτε στην ΖΡ "Χ" και από εκεί, το κάθε τάγμα θα ακολουθούσε δικό του δρομολόγιο για να καταλάβει τις γέφυρες του Άρνεμ. Το 2ο τάγμα κινούμενο παράλληλα με τις όχθες, θα έμπαινε στην πόλη θα απέκοπτε τον κεντρικό δρόμο προς την οδική γέφυρα και θα εξασφάλιζε την σιδηροδρομική γραμμή και το πορθμείο που βρισκόταν ανάμεσά τους. (Αυτό το τάγμα, με διοικητή τον αντισυνταγματάρχη Φροστ τράβηξε το μεγαλύτερο βάρος της μάχης τελικά).

Το 3ο τάγμα θα έμπαινε στο Άρνεμ, θα βοηθούσε στην κατάληψη της οδικής γέφυρας σε συνεργασία με το 2ο τάγμα και θα καταλάμβανε αμυντική διάταξη ανατολικά της πόλης. Το 1ο τάγμα θα προχωρούσε βόρεια της σιδηροδρομικής γραμμής και θα καταλάμβανε τα υψώματα βόρεια και βορειοδυτικά της πόλης. Μπροστά από αυτό το τάγμα θα προπορευόταν εποχούμενη διμοιρία αναγνώρισης.

Σε 2η φάση (2η ημέρα)

Η 4η ταξιαρχία αλεξιπτωτιστών θα έκανε ρίψη στην ΖΡ "Υ". Τα τάγματα αυτής της ταξιαρχίας, θα ενίσχυαν και θα εξασφάλιζαν το αεροπρογεφύρωμα βόρεια και βορειοδυτικά της πόλης. Μαζί με αυτήν την ταξιαρχία, θα προσγειώνονταν με ανεμοπλάνα στην ΖΠ "Χ" μονάδα πυροβολικού και τα β' κλιμάκια της 1ης αερομεταφερόμενης ταξιαρχίας, που θα προσγειωνόταν την 1η ημέρα.

Σε 3η φάση (3η ημέρα)

Η πολωνική ταξιαρχία αλεξιπτωτιστών θα έκανε ρίψη στην ΖΡ "Κ" νότια του ποταμού και καλύπτοντας την οδική γέφυρα, θα εξασφάλιζε το αεροπρογεφύρωμα ανατολικά της πόλης, αφού θα συνενωνόταν πρώτα με την πυροβολαρχία της που θα προσγειωνόταν στην ΖΠ "L".

Μετά την ολοκλήρωση των ρίψεων και των προσγειώσεων, η 1η αερομεταφερόμενη ταξιαρχία που μέχρι τότε ασφάλιζε τις ΖΡ και τις ΖΠ, θα αναδιπλωνόταν και θα εξασφάλιζε το δυτικό πλευρό του αεροπρογεφυρώματος, ενώ η 1η ταξιαρχία αλεξιπτωτιστών θα αναδιατασσόταν για να καλύψει τη νότια πλευρά του αεροπρογεφυρώματος.

Σε 4η φάση (4η-5η ημέρα)

Εκτέλεση συνένωσης με τα προελαύνοντα τμήματα του βρετανικού ΧΧΧ σώματος στρατού. Στη συνέχεια η μεραρχία θα αποτελούσε ακολουθούσα δύναμη  του παραπάνω σώματος.

Καθημερινά η μεραρχία θα ανεφοδιαζόταν απ' αέρος με ρίψη εφοδίων και υλικών σε προσχεδιασμένες ΖΡ εφοδίων  "L" και  "V".

Λόγω της ανησυχίας των αεροπόρων για ύπαρξη αντιαεροπορικών όπλων στην περιοχή, όλες οι ΖΡ και ΖΠ σχεδιάστηκαν μακριά από τις γέφυρες (ειδικά οι ΖΡ και ΖΠ της 1ης ημέρας), σε αποστάσεις πάνω από 13 χιλιόμετρα. Επίσης η ανάγκη εξασφάλισης ΖΡ εφοδίων για την δύναμη, οδήγησε τους επιτελείς στην σχεδίαση αεροπρογεφυρώματος του οποίου η περίμετρος έφτανε τα ..29 χιλιόμετρα και περίκλειε όλη την πόλη του Άρνεμ!

Εύκολο στα χαρτιά, αλλά.. διαφορετικά κύλησαν τα πράγματα στην πράξη! Η κακή πληροφόρηση και οι κακές επικοινωνίες, (μάλλον καθόλου επικοινωνίες στο τέλος) τόσο στο εσωτερικό της μεραρχίας, όσο και με τα προϊστάμενα κλιμάκια, οδήγησαν σε παταγώδη αποτυχία της επιχείρησης, με μεγάλες απώλειες σε προσωπικό και υλικό!

Οι δυνάμεις συνένωσης δεν ήλθαν ποτέ! Το ΧΧΧ σώμα στρατού "κόλλησε" σε αγώνα τριβής και καθυστέρησε, μέσα από λάθος εκτιμήσεις και αποφάσεις! Μετά από 9 ημέρες αγώνα, (πολύ περισσότερες απ' αυτές που είχαν υπολογιστεί) περικυκλωμένη από ισχυρές γερμανικές δυνάμεις και με ενισχύσεις τους  που συνεχώς κατέφθαναν, η μεραρχία αναγκάσθηκε να ..διαφύγει ακολουθώντας σχέδιο εκκένωσης, αφήνοντας πίσω 1.485 νεκρούς, 6.525 συλληφθέντες και αγνοούμενους. Κατόρθωσαν να διαφύγουν 3.910 άνδρες συνολικά. Η 1η βρετανική αεραποβατική μεραρχία ποτέ δεν "συνήλθε", μετά την απώλεια των 3/4 της δύναμής της (περίπου 11.500 άνδρες μαζί με τους Πολωνούς και τα πληρώματα των ανεμοπλάνων)

Στο πεδίο της μάχης υπήρξαν δείγματα ανδρείας και από τις δύο αντίπαλες πλευρές. Δύο διοικητές ταξιαρχίας , οκτώ διοικητές ταγμάτων, και 26 διοικητές λόχων, έμειναν για πάντα εκεί.

Η περιγραφή της μάχης, όπως εξελίχτηκε, σε σχέση και με τις αντίστοιχες αεραποβατικές επιχειρήσεις των Αμερικανών, αποτυπώνεται σε ένα εξαιρετικό άρθρο της Στρατιωτικής Επιθεώρησης Σεπτ-Δεκ. 2013 (σελ. 150).

Διαβάστε όμως παρακάτω, ένα απόσπασμα από την "Iστορία του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου", του Ρεϊμόν Καρτιέ, βιβλίο των εκδοτικών οίκων Larousse και Paris Match, που με γλαφυρό τρόπο περιγράφει σε συντομία την μάχη:

"Η προσγείωσή της 1ης βρετανικής αερομεταφερόμενης μεραρχίας, υπήρξε ακόμα πιο τέλεια από ότι των δύο αμερικανικών μεραρχιών. Δεν έχασε ούτε ένα από τα 335 αεροπλάνα της και τα 319 ανεμοπλάνα της. Αντικειμενικοί της στόχοι, συγκεντρωμένοι, είναι οι δυο γέφυρες, σιδηροδρομική και οδική που περνούν, μέσα στο ίδιο το Άρνχεμ, πάνω από τον Νέντερ Ριν ή Κάτω Rhein. Δυστυχώς, μια υπερεκτίμηση της αντιαεροπορικής άμυνας οδήγησε να ορισθούν οι ζώνες ρίψης των αλεξιπτωτιστών πάρα πολύ μακριά από την πόλη. Οι άνδρες της  μεραρχίας, πρέπει να διασχίσουν 10km περίπου για ν’ αρχίσουν τη μάχη.

Έπειτα από την έξοχη προσγείωση, η συγκέντρωση των δυνάμεων είναι πολύ βραδεία. Εξ αιτίας μιας υπερβολικά προσεκτικής μεθόδου που εφαρμόζουν, οι Άγγλοι αλεξιπτωτιστές δεν αντιλαμβάνονται πως η αποκοτιά είναι η καλύτερη φρόνηση σε μια επαναστατική επιχείρηση. Ο άμαχος πληθυσμός δεν διευκολύνει τα πράγματα. Οι κάτοικοι βγαίνουν κατά μάζες από τα κομψά σπίτια του Βολφχέζε, του Ρένκεν, του Χέβηντορφ, παραληρώντας από χαρά, ανεμίζοντας τρίχρωμες σημαίες ή κρεμώντας πορτοκαλιές κορδέλες, τραβώντας τους Άγγλους στρατιώτες για να τους προσφέρουν τσάι στα σπίτια. 

Οι Άγγλοι βαδίζουν προς τη μάχη μέσα σ’ ένα πανηγύρι. Άλλωστε μια μόνη ταξιαρχία κατευθύνεται προς τους αντικειμενικούς στόχους, ενώ η άλλη αναπτύσσεται αμυντικά γύρω από τον χώρο της απόβασης. Τελικά, επειδή δυο τάγματα άφησαν τον εχθρό να ανακόψει την προώθησή τους στις παρυφές του Οοστερμπέκ, μόνο ένα τάγμα κάτω από τις διαταγές του αντισυνταγματάρχη Φροστ οφείλει να εκπληρώσει το έργο που είχε ανατεθεί σ’ ολόκληρη τη μεραρχία.

Μπροστά στο τζιπ του Φροστ, η σιδηροδρομική γέφυρα ανατινάσσεται, κουλουριάζεται σαν σκουλήκι. Συνεχίζοντας την πορεία του μέσα από τα δρομάκια του Άρνχεμ, το τάγμα φθάνει στις 20:30 στην άκρη της μεγάλης γέφυρας. Διόλου πολεμοχαρείς, οι 25 γέροι Γερμανοί στρατιώτες που την φρουρούν το βάζουν στα πόδια σαν ένας άνθρωπος. Αντί να καταλάβει αμέσως τις δυο εξόδους, ο Φροστ στέλνει συνετά μια περίπολο και όταν δέχεται τα πυρά ενός αντιαεροπορικού πυροβόλου αποφασίζει να περιμένει ως την αυγή στη δεξιά όχθη. Οι γερμανικές αναφορές για τη μάχη θα υπογραμμίσουν όλες ότι οι Άγγλοι έχασαν τις ευκαιρίες που τους παρουσιάσθηκαν με την αυστηρά ρυθμισμένη βραδύτητα των κινήσεών τους. Πείσμωνες, συχνά ηρωικοί στην επίθεση, οι Άγγλοι δεν διαθέτουν τη σπίθα από όπου ξεπηδά η επιθετική επιτυχία.

Έχει νυκτώσει. Ο Φροστ ταμπουρώνεται στα πρώτα σπίτια του Νούμεγκσβεγκ, παρ’ όλες τις διαμαρτυρίες των κατοίκων και μάλιστα τη χειροδικία μιας γριάς Ολλανδής που κτυπούσε με τον πλάστη ζαχαροπλαστικής τους ελευθερωτές της χώρας της και καταστροφείς του σπιτιού της. Οι Γερμανοί, που είχαν σπεύσει στο μεταξύ, οχυρώνονται στα σπίτια της αριστερής όχθης. Όλοι κοιμούνται μέσα σε μια υπερφυσική σιγή, αλλά η μάχη αρχίζει με σφοδρότητα με την ανατολή του ήλιου. Το τάγμα Φροστ, μόλις 500 άνδρες, επιδιώκει μάταια να διαβεί τη γέφυρα που ήταν ελεύθερη την προηγουμένη. Όλες οι απόπειρες για να του σταλούν ενισχύσεις αποτυγχάνουν. Οι Άγγλοι δεν τα καταφέρνουν. 

Ο διοικητής τους, αντιστράτηγος Άρκαρτ, εξαφανίζεται και δεν θα εμφανισθεί παρά έπειτα από τριάντα έξι ώρες, επειδή είχε αποκλεισθεί στη σοφίτα ενός σπιτιού γεμάτου Γερμανούς. Η πυκνή ομίχλη που είχε απλωθεί πάνω από την Αγγλία εμποδίζει την αποστολή του δεύτερου κλιμακίου της μεραρχίας. Η μεραρχία στο μεταξύ έχει προοδευτικά συγκεντρωθεί κοντά στο Οόστερμπεκ, γύρω στο ξενοδοχείο από όπου ο αρχιστράτηγος της γερμανικής ομάδας στρατιών στρατάρχης Model είχε φύγει εσπευσμένα τη στιγμή της απόβασης. 

Οι Άγγλοι θα τον είχαν αιχμαλωτίσει με λίγη γρηγοράδα ή όσφρηση. Οι Γερμανοί καταβάλλουν άλλωστε μια υπεράνθρωπη προσπάθεια. Καταλαβαίνουν πως η εισβολή στην πατρίδα διακυβεύεται σε μια μάχη που διεξάγεται λίγα χιλιόμετρα από τα σύνορα. Από το Rastenburg, οι ασθμαίνουσες διαταγές του Hitler κατευθύνουν προς το Άρνχεμ κάθε άτομο που μπορεί να φέρει όπλο. Κάνει την εμφάνισή του ένα τάγμα που αποτελείται αποκλειστικά από αναπήρους και διοικείται από ένα ταγματάρχη μ’ ένα πόδι που πάει στη φωτιά με δεκανίκια.

Η μόνη ελπίδα σωτηρίας της 1ης αερομεταφερόμενης βρετανικής μεραρχίας είναι η γρήγορη άφιξη χερσαίων δυνάμεων. Από τη Νιμέγκ στο Άρνχεμ η απόσταση είναι μόνο 17km, αλλά ο δρόμος διασχίζει υγρά λιβάδια όπου είναι αδύνατο να μπει έστω και ένα θωρακισμένο όχημα. Στο Ρέσσεν, ένα τάγμα SS και δυο πυροβολαρχίες των 88 αναχαιτίζουν τη μεραρχία της φρουράς. Μια άλλη μεραρχία του 30ου σώματος, η 43η, κατευθύνεται προς το μέτωπο στα δεξιά της, αλλά προχωρεί με δυσκολία ακολουθώντας δευτερεύοντες δρόμους. 

Παίζουν τότε το τελευταίο χαρτί αποφασίζοντας να ρίξουν στα νότια του Οόστερμπεκ την ταξιαρχία Πολωνών αλεξιπτωτιστών του στρατηγού Σοσαμπόβσκι. Μόνο μερικές δεκάδες κατορθώνουν να διασχίσουν τον Rhein και να συνενωθούν με τους στρατιώτες του Άρκαρτ που πιέζονται όλο και πιο σκληρά. Εκείνη τη στιγμή, ο Φροστ, τραυματισμένος είχε παραδοθεί με 200 στρατιώτες που του απέμεναν. Η επιχείρηση του Άρνχεμ απέτυχε. Διασώζουν τα υπολείμματα. Κατά την διάρκεια δυο βροχερών νυκτών 2.398 άνδρες από τις 10.095 που είχαν προσγειωθεί στα βόρεια του Rhein ξαναπερνούν με πρόχειρα πλωτά μέσα τον μεγάλο ποταμό που είχαν διαβεί πετώντας. Η 43η μεραρχία τους περισυλλέγει. Οι υπόλοιποι είναι αιχμάλωτοι ή νεκροί."

Το 1946, γυρίστηκε η πρώτη ταινία για την μάχη, με τον τίτλο "There is the Glory". Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της ταινίας είναι ότι συμμετέχουν βετεράνοι της μάχης, δίνοντας μεγάλη πιστότητα των γεγονότων. Μπορείτε να την δείτε ΕΔΩ.

Αργότερα, το 1978, γυρίστηκε και η ταινία "The Bridge too far" (Η Γέφυρα που ήταν πολύ μακριά) τίτλος που αντανακλά στην απόσταση των ζωνών ρίψεως και προσγειώσεως από τις γέφυρες του Άρνεμ. Με την ταινία αυτή, στην οποία συμμετέχουν αρκετοί μεγάλοι ηθοποιοί εκείνης της περιόδου, έγινε γνωστή η μάχη στο ευρύ κοινό. Αν θέλετε, μπορείτε να την δείτε ΕΔΩ.

Το 2013, έγινε δημοπρασία ενός τηλεγραφήματος, που κατόρθωσε να στείλει ο Βρετανός διοικητής της 1ης αεραποβατικής μεραρχίας υποστράτηγος Έρκαρτ προς τον προϊστάμενό του, αναφέροντάς του τον κίνδυνο αφανισμού που αντιμετωπίζει ο σχηματισμός του, μετά από άσκοπο αγώνα 9 ημερών. Με βάση αυτή την αναφορά αποφασίστηκε η εκκένωση της μεραρχίας. Η ημερομηνία του τηλεγραφήματος, έγραφε 24 Σεπτεμβρίου 1944.

Κάθε χρόνο, τον Σεπτέμβριο, όσοι ακόμα είναι ζωντανοί από τους βετεράνους της μάχης, συγκεντρώνονται για να τιμήσουν τους νεκρούς τους εκεί στον χώρο που άφησαν την τελευταία τους πνοή.


Ανιχνευτής



Κυριακή 29 Αυγούστου 2021

Η επιστροφή ..

Μετά από επτά χρόνια αιχμαλωσίας και καταναγκαστικών έργων στην Αλβανία οι Έλληνες φιλούν το χώμα της πατρίδας μετά την απελευθέρωση τους. (Πηγή)
Μια άγνωστη, περισσότερο σε νεότερους, πτυχή της ιστορίας, είναι αυτή του εμφύλιου πολέμου, που ίσως για λόγους "θεραπείας" της ελληνικής ασθένειας του διχασμού, απέφευγαν ευσχήμως να διδάσκουν στα σχολεία. 

Ότι είχε μείνει όρθιο μετά την γερμανο-ιταλο-βουλγαρική κατοχή, καταστράφηκε μέσα στη δύνη του άγριου, αδελφοκτόνου, εκδικητικού, ανόητου  και τελικά ανώφελου για τους Έλληνες, εμφύλιου πολέμου. Άνθρωποι, συγγενείς, συνάδελφοι, συμμαχητές κάποτε στα βουνά της βόρειας Ηπείρου, που έγραψαν ηρωική ιστορία, βρέθηκαν αντιμέτωποι, υποταγμένοι είτε από συμφέροντα, είτε από πολιτικά πάθη και ιδέες.

Όλοι, πολέμησαν για την "πατρίδα"! Αλλά τελικά η "πατρίς" ήταν αυτή που έπαθε τη μεγαλύτερη ζημιά! Οι νικητές του πολέμου κατά του Άξονα, βρέθηκαν ξαφνικά μετά μερικά χρόνια εργάτες στις φάμπρικες των νικημένων του πολέμου , ή σε ανατολικές φάμπρικες του λαού, αλλά πάντως όχι του ελληνικού!

Τον Αύγουστο κάθε χρόνο, που ήταν ο μήνας του τέλους του εμφύλιου του '49 και οι νικητές και οι νικημένοι του εμφύλιου πολέμου, θυμούνται τους νεκρούς τους και πηγαίνουν να τους τιμήσουν ο καθένας στα δικά του μνημεία. Πικρία και λύπη έρχεται πάντα στη γεύση και στο νου, όταν αναλογίζεται κανείς τα αδικοχαμένα θύματα.

Αναμνήσεις πικρές, έρχονται σε όσους  βγήκαν ζωντανοί. Κάποιοι, άργησαν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους, είτε γιατί πιάστηκαν αιχμάλωτοι και παρέμειναν χρόνια σε ξένες φυλακές, είτε γιατί έφυγαν κυνηγημένοι και πήγαν να ζήσουν σε χώρες υποδοχής της σοβιετοκρατούμενης Ευρώπης, μένοντας αρχικά σε παραπήγματα. Από τους χαμένους, πολλοί έμειναν σε εξορία και περιορισμό σε καταυλισμούς και στρατόπεδα συγκέντρωσης, μέσα στην ίδια τους τη χώρα.

Πέρα από το τι γράφουν τα επίσημα ιστορικά έγγραφα και των δύο πλευρών, υπάρχουν και προσωπικές μαρτυρίες και βιώματα. Τέτοια αξίζει κάποιος να τα διαβάζει για να καταλαβαίνει το πνεύμα εκείνης της εποχής.

 Ένας γιατρός, που υπηρετούσε τη θητεία του στον εθνικό στρατό, πιάστηκε αιχμάλωτος από αντάρτες του ΔΣΕ τον Απρίλη του 1949 στην Κόνιτσα και επιβίωσε αιχμάλωτος σε αλβανικές φυλακές εκτελώντας καταναγκαστικά έργα,  για να επιστρέψει τον Αύγουστο του  1956, μαζί με τους άλλους αιχμαλώτους. Διαβάστε την ιστορία του ΕΔΩ.

Ένας άλλος, αντάρτης του ΔΣΕ, μετέπειτα πρόσφυγας στην Τασκένδη, εξιστορεί τη ζωή του και τα πεπραγμένα του, με λεπτομερή  ανάλυση των μαχών στις οποίες έλαβε μέρος, επισημαίνοντας τη σκληρότητα αυτού του εμφύλιου πολέμου. Διαβάστε τη δική του ιστορία ΕΔΩ.

Το μόνο που μπορούμε ν΄αναφωνήσουμε, είναι: ΠΟΤΕ  ΞΑΝΑ


Ανιχνευτής




Δευτέρα 9 Αυγούστου 2021

Η Λύσσα

Πηγή
Μια πολύ άσχημη κατάσταση που ο σύγχρονος άνθρωπος των πόλεων μάλλον αγνοεί, αφού είναι σχετικά προστατευμένος μέσα στην πολιτισμένη(;) κοινωνία. Συνήθως η λέξη χρησιμοποιείται με την μεταφορική έννοια από πολλούς, χωρίς καν να έχουν αντίληψη "περί τίνος πρόκειται"! Τι γίνεται όμως όταν πρέπει κάποιος να ζήσει ή να εργάζεται έξω στην ύπαιθρο; Πώς να προστατεύεται και πώς να αντιμετωπίσει αυτή την περίπτωση; 

Θα πρέπει πρώτα να γνωρίζουμε κάποια βασικά πράγματα.  

Τι είναι η λύσσα;

Πρόκειται για μια ιογενή λοίμωξη του κεντρικού νευρικού συστήματος, που μεταδίδεται συνήθως μέσω του σάλιου από το δάγκωμα μολυσμένου ζώου. Η λύσσα προσβάλλει όλα τα θερμόαιμα ζώα και στον άνθρωπο η νόσος παίρνει τη μορφή εγκεφαλίτιδας.

Είναι δηλαδή ζωονόσος, που οφείλεται σε διάφορα στελέχη του ιού Lyssavirus (ραβδοϊός), τα οποία προσβάλλουν το κεντρικό νευρικό σύστημα (ΚΝΣ). Το πρόβλημα της νόσου έγκειται στο γεγονός ότι προκαλεί 100% θνησιμότητα!

Η λύσσα προσβάλλει όλα τα είδη θηλαστικών-κυρίως τα σαρκοβόρα- και ανάλογα με το είδος του ξενιστή που προσβάλλει, διακρίνεται σε λύσσα των σκύλων (λύσσα των δρόμων) και στη λύσσα των άγριων ζώων. Και εδώ θα πρέπει να προσέξουν όσοι έχουν σχέση με τη φύση, συμπεριλαμβανομένου και του στρατιωτικού προσωπικού.

Η λύσσα μεταδίδεται:
  • με δήγμα μολυσμένου ήμερου ή άγριου ζώου
  • με την εισπνοή του ιού από περιττώματα, συνήθως νυχτερίδων
  • με τη δερματική επαφή (είσοδος του ιού μέσω πληγών, ακόμη και από τα σάλια ζώων)

Ο χρόνος επώασης της νόσου στον άνθρωπο κυμαίνεται από λίγες μέρες έως μερικούς μήνες, αν και έχουν καταγραφεί περιστατικά εκδήλωσης της νόσου έως και 3 χρόνια μετά τη μόλυνση.

Τα πρώιμα συμπτώματα της νόσου μοιάζουν με αυτά γριπώδους συνδρομής (πυρετός, κεφαλαλγία, δυσφορία). Κατόπιν, παρατηρείται η περίοδος διέγερσης, που χαρακτηρίζεται από ευαισθησία σε φως και ήχους και αυξημένη σιελόρροια. Χαρακτηριστική στην πορεία της νόσου είναι η εμφάνιση υδροφοβίας στους περισσότερους ασθενείς λόγω των σπασμών στους μυς της κατάποσης. Ακολουθούν οι σπασμοί των αναπνευστικών μυών και γενικευμένοι σπασμοί, έπειτα γενικευμένη παράλυση και τέλος ο θάνατος. Πιο αναλυτικά τα συμπτώματα σταδιακά  είναι:

  • κακουχία, πυρετός, κεφαλαλγία
  • αύξηση της θερμοκρασίας του σώματος
  • γαστρεντερικές διαταραχές και συχνά πόνος στο σημείο του τραύματος
  • διαστολή της κόρης του οφθαλμού
  • σιελόρροια
  • επώδυνοι σπασμοί στους μυς της κατάποσης
  • σπασμοί αναπνευστικών και άλλων μυών
  • απώλεια αισθήσεων
  • παράλυση άκρων
  • θάνατος, μετά την ανάπτυξη των συμπτωμάτων

Η νόσος διαρκεί συνολικά 2 με 10 μέρες πριν επέλθει τελικά ο θάνατος. Η χορηγούμενη αγωγή έχει παρηγορητικό χαρακτήρα, καθώς δυστυχώς ελάχιστοι ασθενείς με τεκμηριωμένη λύσσα έχουν επιβιώσει.

Στα ζώα, η περίοδος επώασης κυμαίνεται από λίγες ημέρες έως 2 ή περισσότερους μήνες. Αυτά που έχουν προσβληθεί από λύσσα, εμφανίζουν αυξημένη ανησυχία και νευρικότητα, κρύβονται σε σκιερά μέρη (φωτοφοβία) και περιφέρονται χωρίς σκοπό. Στις ημέρες που ακολουθούν, γίνονται επιθετικά και μπορούν να προκαλέσουν τραυματισμούς σε άλλα ζώα, ή ανθρώπους. Στη συνέχεια ακολουθεί η φάση σιελόρροιας, σπασμών, γενικής παράλυσης και τελικά έρχεται ο θάνατος. Υπάρχει και η περίπτωση  της καταθλιπτικής κατάστασης, κατά την οποία τα ζώα "βαραίνουν", με ακαμψία του τράχηλου και αρκετή σιελόρροια, χωρίς να μπορούν να επιτεθούν σε κάποιον.

Στην αλεπού και σε άλλα ζώα της άγριας πανίδας παρατηρείται αλλαγή της συμπεριφοράς και των συνηθειών (π.χ. η αλεπού περιφέρεται κατά τη διάρκεια της ημέρας και δείχνει να μη φοβάται την ανθρώπινη παρουσία), οι οποίες δεν είναι συχνά εύκολο να εκτιμηθούν.

Πηγή
Οι νυχτερίδες προσβάλλονται από λύσσα. Οι περιπτώσεις μετάδοσης λύσσας από νυχτερίδα σε άνθρωπο είναι ελάχιστες στην Ευρώπη (ίσως από τέτοια ιστορία να ξεκίνησε ο μύθος των ..βρικολάκων)  ενώ δεν γνωστή τέτοια μετάδοση στην Ελλάδα. Ιδιαίτερα όταν η νυχτερίδα εμφανίζει ανώμαλη συμπεριφορά, υπερβολικά επιθετική ή «άφοβη» ή εμφανίζεται σε μέρη που δεν βρίσκεται κανονικά ή δείχνει άρρωστη, παραμένοντας σε απροφύλαχτα μέρη, πρωινές ώρες ή κάθεται «μαζεμένη» ή έχει αστάθεια, θα πρέπει να μην την πλησιάζουμε. 

Πτηνά, αμφίβια, ερπετά και έντομα δεν θεωρούνται ότι μπορούν να αρρωστήσουν με λύσσα ή να μεταδώσουν τον ιό. 

Στα ζώα η νόσος διαρκεί 1 με 11 ημέρες.

Πώς πρέπει να αντιμετωπιστεί προληπτικά η λύσσα;
  • Πρωτίστως με εμβολιασμό! Ειδικά σε άτομα που λόγω εργασιακών συνθηκών είναι εκτεθειμένα περισσότερο σε τέτοιου είδους κίνδυνο.
  • Αποφεύγοντας οποιαδήποτε άμεση επαφή με μολυσμένα ζώα και τα περιττώματά τους.
Τι μέτρα πρέπει να λαμβάνονται μετά από επίθεση και δήγμα (δάγκωμα) ζώου;

Προέχει η περιποίηση του τραύματος!

Ο καθαρισμός του ή των τραυμάτων είναι ιδιαίτερα σημαντικός για την πρόληψη της λύσσας, δεδομένου ότι, βάσει μελετών σε ζώα, ο διεξοδικός καθαρισμός του τραύματος από μόνος του χωρίς τη λήψη άλλων μετεκθεσιακών μέτρων έχει αποδειχθεί ότι μειώνει σημαντικά την πιθανότητα μόλυνσης από λύσσα. 

Πρέπει το γρηγορότερο να αναζητηθούν προσεκτικά όλες οι πληγές, να καθαριστούν σε βάθος με άφθονο νερό και σαπούνι (για 15 λεπτά τουλάχιστον). Αμέσως μετά, να εφαρμοσθεί τοπικά είτε κάποιο αλκοολούχο είτε κάποιο ιωδιούχο αντισηπτικό. 

Τα τραύματα είναι προτιμότερο να μην κλείνονται με επίδεσμο και να επικαλύπτονται μόνο με αποστειρωμένη γάζα. Το ράψιμο των πληγών, εφόσον κρίνεται απαραίτητο, πρέπει να καθυστερεί από μερικές ώρες έως 3 ημέρες, ώστε αν κριθεί απαραίτητη η τοπική διήθηση άνοσου ορού να μπορεί να εκτελεστεί. Τα ράμματα πρέπει να είναι χαλαρά ώστε να επιτρέπουν την ομαλή παροχέτευση του αίματος και των υγρών σε κάθε τραύμα
.
Μετά από δήγμα, καλό είναι να χορηγείται αντιτετανικός ορός και να δίδεται αντιμικροβιακή προφύλαξη, πράγματα που γνωρίζει καλά ένας γιατρός ή ένας εκπαιδευμένος νοσοκόμος.

Στη συνέχεια πρέπει να ακολουθεί η αντιλυσσική αγωγή.

Πηγή
Το 2011 ο αμερικανικός στρατός αναστατώθηκε, όταν ένας στρατιώτης τους πέθανε από λύσσα!Όπως διαπιστώθηκε, τον είχε δαγκώσει ένα αδέσποτο σκυλί στο Αφγανιστάν 8 μήνες πριν από την εκδήλωση της νόσου!

Μετά η υγειονομική τους υπηρεσία, δραστηριοποιήθηκε πιο έντονα και άρχισε εκστρατεία ενημέρωσης δημοσιεύοντας το πόστερ που βλέπετε παραπάνω!  Είχαν να χάσουν στρατιώτη από τέτοια νόσο από το 1967. Στη συνέχεια η έρευνα αποκάλυψε ότι ο συγκεκριμένος στρατιώτης όπως και όλοι οι υπόλοιποι της μονάδας του, είχε μεν ακολουθήσει το πρόγραμμα των προληπτικών εμβολιασμών,  αλλά δεν ολοκλήρωσε την τέταρτη δόση όπως θα έπρεπε, αφού δεν υπήρχαν αρκετά εμβόλια και το θέμα παραμελήθηκε.

Από τα 646 περιστατικά στρατιωτών που υπέστησαν δήγματα από αδέσποτα ζώα σε περιοχές επιχειρήσεων στο Ιράκ και το Αφγανιστάν, μόνο 117  έκαναν αντιλυσσικά εμβόλια και ορούς  και από αυτούς μόνο οι 27 ακολούθησαν την θεραπεία όπως έπρεπε μέχρι το τέλος!

Ένας ακόμη λόγος για να παρακολουθούν πιο προσεκτικά τ' αδέσποτα ζώα σε στρατόπεδα οι αρμόδιοι! Και βέβαια σ' αυτή την περίπτωση θα πρέπει η υγειονομική υπηρεσία να αναλάβει τις ευθύνες της! Χρειάζεται προληπτικός εμβολιασμός των ζώων, αν δεν είναι δυνατή η απομάκρυνσή τους και η ενημέρωση όλου του προσωπικού ν' αποφεύγουν τις "στενές επαφές" γιατί ακόμα και τα κουταβάκια σκοτώνουν!



Ανιχνευτής








Τρίτη 20 Ιουλίου 2021

ΜΝΗΜΕΣ ΚΑΤΑΔΡΟΜΩΝ. Κύπρος 1974

(Αναδημοσίευση)


Σε μια εξαιρετική έκδοση της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού του ΓΕΣ, με τον τίτλο «Μνήμες Πολέμου 1897-1974», καταγράφονται επιλεγμένες ιστορίες μαχητών από όλους τους πολέμους και τις μάχες που συμμετείχαν στο πέρασμα του χρόνου. Είναι ένα βιβλίο μοναδικό. 

Σε ένδειξη τιμής προς τους αγωνιστές Καταδρομείς της Κύπρου και τους τιμημένους νεκρούς ήρωες, παραθέτουμε χαρακτηριστικά αποσπάσματα.


Μάλεμε, 21 Ιουλίου 1974. Αφήγηση του Στρατιώτη Αθανασίου Ζαφειρίου 

«Ήταν απόγευμα της Κυριακής 21ης Ιουλίου. Ήμουν οδηγός σε στρατιωτικό αυτοκίνητο και έφθασα στο στρατόπεδα Μάλεμε Χανίων φορτωμένος με στρατιωτικά υλικά. Είδα τους συναδέλφους με πλήρη πολεμική εξάρτυση.

-Τι συμβαίνει; ρώτησα. 

- Φεύγουμε για την Κύπρο. Άφησα το αυτοκίνητο κατ έτρεξα να ετοιμασθώ. Σε λίγα λεπτά βρέθηκα στην γραμμή μαζί με τους υπολοίπους. Ο ενθουσιασμός ήταν μεγάλος Μπήκαμε σε στρατιωτικά λεωφορεία και ξεκινήσαμε για το αεροδρόμιο των Χανίων. 

[...] Στάθηκα για μια στιγμή σκεφτικός. Έστρεφα το βλέμμα μου εις τους τάφους των Βενιζέλων.

Έσκυψα, χούφτωσα λίγο χώμα Ελληνικό, το φίλησα κατ τόριξα στην τσέπη της φόρμας μου. Δεν ήξερα αν θα ξανάβλεπα την Ελλάδα.. 

Σπύρου Παπαγεωργίου, Πεθαίνοντας στην Κύπρο, σελ. 98-101 



Χανιά, στρατόπεδο Α’ Μοίρας Καταδρομών, 21 Ιουλίου 1974

Στο στρατόπεδο παρέμεινε μια διμοιρία (υπό τον υπολοχαγό Λευτέρη Μπουϊκίδη) για τη φύλαξη του, οι άντρες της οποίας θεώρησαν τους εαυτούς τους σαν τους μεγάλους χαμένους ιδιαίτερα τη στιγμή που τα δεκαπέντε λεωφορεία άρχισαν να βγαίνουν από την πύλη. 

... «Ρε σεις πάμε για του πόλεμο», είπε ο στρατιώτης Γιώργος Νομπέλης και έβαλε τα γέλια και όλα τα παιδόπουλα έπιασαν το τραγούδι με την προτροπή του υποδιοικητή που παραβίαζε τη διαταγή του ανωτέρου του. «Πότε θα κάνει ξαστεριά.. πότε θα ξημερώσει...». 

0 υπολοχαγός Μπένος που καθόταν δίπλα στον πολίτη οδηγό, άρχισε και αυτός να τραγουδά σαν είδε ένα γέρο Κρητικό με τις παραδοσιακές του βράκες να στέκει στην άκρη του δρόμου και ακούγοντας το τραγούδι των καταδρομέων σήκωσε ψηλά τη μαγκούρα και άρχισε να τους χαιρετά. 

«Να πάρω το... να πάρω το... τουφέκι μου». 

Και άλλοι Κρητικοί που άκουσαν το τραγούδι και είδαν το κονβόι στάθηκαν στην άκρη και αποχαιρέτισαν τα παλικαρόπουλα που πήγαιναν στον πόλεμο για την τιμή της πατρίδος.

Ιωάννη Δ. Κακολύρη, Οι πολεμιστές τον ουρανού, σελ. 161-162


Επιχείρηση «Λαβίδα», 20 Ιουλίου 1974 

Λίγο μετά την 21.00 ώρα, και ενώ η Μοίρα βρισκόταν περίπου στο φυλάκιο του ΟΗΕ, η Αετοφωλιά δεχόταν τα πυρά ομάδος όλμων 60 χλστ. από το Κοτζάκαγια. Τα βλήματα πέρναγαν επάνω από τα κεφάλια των λόχων κρούσεως και έπεφταν περί τα 50-70 μέτρα παρακάτω από τις θέσεις μας. Οι εχθρικοί όλμοι, παρά τα ισχύοντα περί όπλων καμπύλης τροχιάς ήταν ταγμένοι, ως μη όφειλαν, απέναντί μας επί του πρανούς! Έτσι, οι λάμψεις από τις εκτοξεύσεις των βλημάτων πρόδιδαν κατ κατεδείκνυαν τις θέσεις τους.Δεν χρειάστηκαν παρά δύο μόνον απανωτά βλήματα αντιαρματικού ΠΑΟ 57 χλστ. για να σιγήσουν οριστικά. Και να φαντασθεί κανείς ότι, οι χειριστές του αντιαρματικού όπλου έκαναν νυχτερινή βολή με αυτοσχέδια μέσα. Επειδή δεν είχαμε διόπτρα νυχτερινής σκοπεύσεως σκαρφιστήκαμε την χρησιμοποίηση της κοινής διόπτρας φωτίζοντάς την καταλλήλως με αναμμένο τσιγάρο! 

Η ώρα πέρναγε. Τα πυρά υποστηρίξεως και καλύψεως της κινήσεως της Μοίρας συνέχιζαν ακατάπαυστα. Και ήταν, σχεδόν στο σύνολό τους πυρά υπερκείμενα. Οι τροχιές πέρναγαν επάνω από τα κεφάλια των δικών μας τμημάτων. Εάν κάποιος χειριστής έκανε λάθος ή κάποια πυρομαχικά ήταν ελαττωματικά, υπήρχε πάντοτε ο κίνδυνος να χτυπηθούμε μεταξύ μας. Στις ασκήσεις ουδέποτε επιτρέπεται η εκτέλεση υπερκείμενων πυρών, και μάλιστα με όπλα καμπύλης τροχιάς. Οι καταδρομείς έπαιρναν ένα παρατεταμένο «βάπτισμα πυρός», όπως δεν το είχαν δοκιμάσει ποτέ στην εκπαίδευση. Μετά την πρώτη ανατριχίλα από το πλατάγισμα των πολυβόλων, σιγά-σιγά το συνήθισαν και μάλιστα ήταν σε θέση να απεικάσουν μέσα στην νύχτα πού περίπου έπεφταν οι σφαίρες και πόσο ψηλότερα από τα κεφάλια τους πέρναγαν οι τροχιές. 

Ελευθερίου Σταμάτη, Κύριοι, πάτε γιά ύπνο, σελ. 90 


Ύψωμα Κοτζάκαγια, νύχτα 20/21 Ιουλίου 1974. 
Από το ημερολόγιο του Λοχία Γιάννη Στεφάνου 

Προχωρούμε με προφύλαξη και αφού φθάνουμε σχεδόν στην κορυφή μένουμε στο αντέρεισμα που είναι οι Τούρκοι. Ολόκληρη η πλευρά είναι γεμάτη πολυβολεία και χαρακώματα. Ο λοχαγός διατάζει να γίνη αιφνιδιαστική επίθεση γιατί κάθε φυλάκιο είχε τουλάχιστον 5 άνδρες. Ετοιμαστήκαμε κατ μόλις ο λοχαγός φώναξε «έφοδο», ορμήσαμε προς τα πολυβόλα, πυροβολώντας στις θυρίδες ρίχνοντας χειροβομβίδες και φωνάζοντας «αέρα!». Οι Τούρκοι άρχισαν να βγαίνουν από τα πολυβολεία τρέχοντας δεξιά κατ αριστερά σαν τα ποντίκια που τρέχουν στις φάκες. Άλλοι πετάνε τα όπλα τους και άλλοι φωνάζουν ότι θέλουν να παραδοθούν. Το ύψωμα Κοτζάκαγια είχε πια καταληφθή. Όλος ο λόχος κάνει μια γενική εκκαθάριση στα πολυβολεία και στα χαρακώματα και παίρνουμε θέση μάχης. Ποτέ όλοι μαζί δεν έχουμε νοιώσει τόση χαρά, όσο αυτή τη στιγμή που έχουμε καταλάβει το ύψωμα χωρίς ένα δικό μας θύμα. Και όμως μια ριπή σχίζει ξαφνικά την αισιοδοξία μας στα δύο: Τρεις Τούρκοι σε ένα απομακρυσμένο φυλάκιο είχαν κρυφθή χωρίς να τους αντιληφθούμε, με αποτέλεσμα να σκοτωθή ο λοκατζής Χριστοφ. Χριστοφόρου. Στο μεταξύ, οι Τούρκοι κτυπούν λυσσασμένα αλλά καθώς έχουν βγη στα φανερά πια, μεταφέροντας μαζί τους μπαζούκας, ο λοκατζής Αν. Πίττας καλυπτόμενος από μας, πλησίασε στο φυλάκιο και τους πέταξε μια χειροβομβίδα. Και οι τρείς πήγανε στου Αλλάχ τη μάνα...

Σπύρου Παπαγεωργίου, Πεθαίνοντας στην Κύπρο, σελ. 50-51 


Ύψωμα Κοτζάκαγια, νύχτα 20/21 Ιουλίου 1974.
Αφήγηση Εφέδρου Αξιωματικού Οικονομίδη

Η ώρα 24.00, άρχισαν αυτοί να επιτίθενται. Κατάλαβαν ότι κατελήφθη το ύψωμα. Οι επιθέσεις γίνονταν από την Αγύρτα και ίσως από τον Άγιο Ιλαρίωνα...Ήταν από κάτω και τους άκουες. Είχαν έναν σαν τον Χότζα και τους έλεγε διάφορα...Αλαλαγμοί διάφοροι. Εμείς τους αφήναμε. Στο μεταξύ πήραμε τα όπλα τους, τα πολυβόλα που είχαν εκεί, στραμμένα 50άρια, 30άρια Browning…

Έρχονταν από την νότια πλευρά και ανέβαιναν πάνω. Από την άλλη ήτανε ο 11ος Λόχος Κρούσεως με τον Γαληνό, τους απέκοψε και τούς αποδεκάτισε όλους τους άλλους. Και ο 12ος Λόχος Κρούσεως αλλά κυρίως ο Γαληνός...

Άρχισε η αντεπίθεση. Γιουρούσι απερίγραπτο. Τους αφήναμε και ερχόντουσαν πάνω. Είχα με ένα παιδί ανθυπολοχαγό του 12ου Λόχου Κρούσεως τον Κώστα Μαλεκκίδη, ένα πολυβόλο και μαλώναμε ποιος θα βάζει. Διότι ένας κρατούσε την ταινία κι ο άλλος έβαζε. Είχαμε δύο ή το πολύ τρία πολυβόλα. Στο ένα ήμασταν εμείς. Τους αφήναμε να ανεβαίνουν εντελώς για να μην καταλαβαίνουν που είμαστε. Στα τρία μέτρα τους ρίχναμε. Αυτοί έτρεχαν και τους διαλύαμε. Πενηντάρες τώρα... Πέφταν πάνω μας και τους κλωτσούσαμε δεξιά - αριστερά για να μπορέσουμε να συνεχίσουμε Και μαλώναμε ποιός θα βάλει.. . 
Ελευθερίου Σταμάτη, Κύριοι, πάτε για ύπνο, σελ. 98


Πέλλα Πάις, νοτιοανατολικά της Κερύνειας, 20-21 Ιουλίου 1974. 

Αφήγηση Γεωργίου Κάιζερ 

«Εις το νοσοκομείον το οποίον προχείρως διευθετήσαμε εις Πέλλα Πάις άρχισαν να καταφθάνουν και οι πρώτοι τραυματίες μας από τις μάχες Ήταν μεγάλη η συγκίνηση να βλέπης και να ακούης τους ευσταλείς καταδρομείς μας να ζητούν να τύχουν συντόμως των πρώτων βοηθειών για να γυρίσουν στο πεδίο της μάχης»

Σπύρου Παπαγεωργίου, Πεθαίνοντας στην Κύπρο, σελ. 60 


Νύχτα 21/22 Ιουλίου 1974 
Αφήγηση Αθαν. Ζαφειρίου, μοναδικού διασωθέντος από την κατάρριψη αεροσκάφους κοντά στη Λευκωσία.

«Η Λευκωσία ήταν πολύ κοντά μας βλέπαμε τις φωτιές. Θα απείχε μόνο λίγα χιλιόμετρα κατ το αεροπλάνο άρχισε να κατεβαίνη ακόμη πιο χαμηλά για να προσγειωθή. 

Μπροστά μας πήγαιναν τα άλλα αεροπλάνα. 

Ξαφνικά μας κτύπησαν αντιαεροπορικά. Θα ήταν μεσάνυκτα. 

Πρώτα νοιώσαμε ένα συγκλονιστικό τράνταγμα και το αεροσκάφος άρχισε να «παλαντζάρη». Πριν καταλάβουμε τι έγινε άρχισαν να το τυλίγουν οι φλόγες κοίταξα το πάτωμα. Ήταν διάτρητο! Μας είχε πετύχει και μάλιστα καίρια. Είχα ακουμπήσει τα πόδια μου πάνω σε κάτι ξύλινα κιβώτια που περιείχαν πυρομαχικά. Τα είδα να παίρνουν φωτιά. 

Εκείνη την στιγμή ένοιωσα ότι όλα τελείωσαν .. Δίπλα μου οι περισσότεροι συνάδελφοι, κτυπημένοι από τα βλήματα βογγούσαν. Εν τω μεταξύ, η φωτιά μεγάλωνε. Η φόρμα παραλλαγής που φορούσα είχε ήδη ανάψει. Πάνω από το κεφάλι μου μια εστία φωτιάς μου έκαιγε τα μαλλιά. Κτυπούσα το ένα χέρι μου με το άλλο προσπαθώντας να σβήσω την φωτιά που με έκαιγε. Και το αεροπλάνο ήταν φανερό, οτι είχε μείνει ακυβέρνητο. Σηκώθηκα όρθιος γιατί το κάθισμα που καθόμουν είχε πάρει φωτιά. Ξανάπεσα όμως γιατί το αεροπλάνο πήγαινε πια σαν τρελλό...» 

Απελπισία! Ο Ζαφειρίου ένοιωθε να τον κυριεύη η απόγνωση. Τα πυρομαχικά πήραν φωτιά και γύρω πολλοί καταδρομείς σπαρταρούσαν τραυματισμένοι από τις σφαίρες μεγάλου διαμετρήματος που είχαν διαπεράσει πέρα για πέρα το αεροπλάνο. Το πιο ανησυχητικό ήταν ότι το αεροπλάνο ήταν πια ακυβέρνητο. Και ο Ζαφειρίου τελειώνει έτσι την συγκλονιστική αφήγησή του: 

«Δεν ξέρω πώς μου ήρθε εκείνη την στιγμή και με όσες δυνάμεις μου έμειναν, σύρθηκα μέχρι την έξοδο του αεροπλάνου. 'Ισως να ήταν και κτυπημένη. Πάντως βρήκα την δύναμη και την άνοιξα. Το επόμενο δευτερόλεπτο βρέθηκα στο κενό! 165 μέτρα πιο πέρα το αεροπλάνο καρφώθηκε στην γη μαζί με τούς 32 συντρόφους μου, μα εγώ δε το είδα».

Σπύρου Παπαγεωργίου, Πεθαίνοντας στην Κύπρο, σελ. 101-102


Αεροσκάφος «Νίκη 7», μετά την προσγείωση στη Λευκωσία, 
ώρα 02.30, 22 Ιουλίου 1974 

Η ομάδα πού γύρισε πίσω στο αεροπλάνο αποτελείτο από τον Δημητρό, τον Μπένο κατ τούς στρατιώτες Μακρυποδάκη και Μπικάκη. Φτάνοντας στα δύο μέτρα απόσταση, μπόρεσαν να δουν το σκοτεινό όγκο του ακινητοποιημένου Νοράτλας πού ακόμη έβγαζε καπνούς αν και οι φωνές τον τραυματία ακούγονταν σε μεγαλύτερη απόσταση. Ο Δημητρός είχε σκεφτεί να πάρει κάποιο από τα όπλα των τραυματισμένων καταδρομέων έτσι που να μη νιώθει άοπλος και απροστάτευτος. Ανέβηκε πρώτος στο αεροπλάνο και με τη βοήθεια του φακού που του είχε δώσει ο Καγιαμπάκης έριξε τη δέσμη προς το εσωτερικό της ατράκτου και το αίμα του πάγωσε μέσα στις φλέβες.

Δεν είχε νιώσει το φόβο όση ώρα τους χτυπούσαν τα αντιαεροπορικά, δεν είχε νιώσει τον τρόμο όταν τους χτύπησαν τους κινητήρες και την άτρακτο, δεν είχε νιώσει τον πανικό όταν η θανατική τους καταδίκη ήταν υπογεγραμμένη και βέβαιη. 

Αλλά αντικρίζοντας τη λίμνη του αίματος πάνω στα σανίδια της ατράκτου τα ένιωσε όλα μαζί. Και φόβο και τρόμο και πανικό. Η επιθυμία του για να πάρει κάποιο όπλο του έφυγε μονομιάς. Δεν μπορούσε να πατήσει πάνω στο αίμα των παιδιών που είχε φέρει μέχρι την Κύπρο. Το θεώρησε σαν να πατούσε πάνω σε τάφους ιερούς και άγιους. 

Γύρισε τη δέσμη τον φακού προς το μέρος των καθισμάτων και είδε τα ακινητοποιημένα σώματα δύο καταδρομέων, όπου το αίμα είχε πλημμυρίσει τόσο τα ρούχα τους, όσο και το χώρο γύρω από τα καθίσματά τους. Και οι δύο έδειχναν νεκροί.

Λίγο πιο μπροστά ήταν το σώμα του παιδιού που βογγούσε συνέχεια και ήταν και αυτός πλημμυρισμένος στο αίμα. Ο φακός γλίστρησε από τα χέρια του και βγήκε έξω από το αεροπλάνο συντετριμμένος. 

Ιωάννη Δ. Κακολύρη, Οι πολεμιστές τον ουρανού, σελ. 222


Περιοχή Κερύνειας, 22 Ιουλίου 1974

Στο δραματικό εκείνο σκηνικό εκτυλίχθηκαν ανεπανάληπτες σκηνές. Οι πράξεις ηρωισμού, αυτοθυσίας και μεγαλείου, διαδέχονταν η μια την άλλη. Οι καταδρομείς πολέμησαν γενναία. Όμως ο αγώνας ήταν δραματικά άνισος. Ο ελαφρός οπλισμός των καταδρομέων ήταν αδύνατον να παλέψει με τους χαλύβδινους θώρακες. Ο ένας λόχος της Μοίρας (33 ΜΚ) έπαθε μεγάλο χαλασμό. Χάθηκε ο διοικητής του λόχου, ο ηρωικός υπολοχαγός Νικόλαος Κατούντας. Χάθηκαν μαζί του πολλοί Κύπριοι αξιωματικοί και καταδρομείς.

Ο διοικητής του άλλου λόχου κρούσεως, υπολοχαγός Βασίλειος Ροκκάς, ο οποίος, παρά τον τραυματισμό του στα Πετρομούθια επανήλθε στα καθήκοντά του, με όσους βρέθηκαν γύρω του, κατόρθωσε να φθάσει στην Κερύνεια. Εκεί, μαζί με τους δικούς του και λίγους πεζικάριους, εγκλωβίστηκαν και περικυκλώθηκαν σε μιαν ανεγειρόμενη οικοδομή. Βαλλόμενοι πανταχόθεν από μικρές αποστάσεις και υφιστάμενοι απώλειες, αμφιταλαντεύονταν προκειμένου να αποφασίσουν περί του πρακτέου. Το φάσμα της εξοντώσεως και της αιχμαλωσίας ήταν προφανές. Η λύση της αυτοκτονίας ήταν μέσα στις επιλογές τους. Έφθασαν στο σημείο να την συζητούν ανοιχτά μεταξύ τους. Ενώπιον αυτής της καταστάσεως, ο υπολοχαγός Ροκκάς πήρε την την μεγάλη απόφαση. Αποφάσισε διάσπαση κλοιού. Το σχεδίασε και το επιχείρησε. Το εγχείρημα πέτυχε. Ορισμένοι χάθηκαν. Οι πολλοί όμως, μαζί με τον γενναίο υπολοχαγό, διέφυγαν.

Ελευθερίου Σταμάτη, Κύριοι, πάτε για ύπνο, σελ.132-133


Στο βιβλίο των Πρακτικών της Ημερίδας Ειδικών Δυνάμεων με τον τίτλο "Οι Καταδρομείς κατά του Αττίλα", μπορείτε να διαβάσετε τις ανέκδοτες διηγήσεις των διοικητών-πολεμιστών εκείνης της περιόδου.

Όσοι ενδιαφέρεστε, μπορείτε να απευθυνθείτε στη Λέσχη Καταδρομέων και Ιερολοχιτών, με e mail, για συνεννόηση στην διάθεση του βιβλίου. 


Κυριακή 4 Ιουλίου 2021

Η περίπολος μάχης. Ελληνικές ιστορίες Πολέμου Κορέας




"...Δύο ώρες πριν από τον καθορισμένο χρόνο της εξόδου, όλοι οι άνδρες της περιπόλου βρίσκονται στο πόδι. Λευκές στολές για καμουφλάζ, δεμένες με σκοινιά οι περισκελίδες για να μην ακούγεται το σούρσιμό τους στην πορεία, κάλυψη με λινάτσες των μερών του οπλισμού που είναι δυνατόν να γυαλίσουν στο σκοτάδι... και μετά ... ο συνηθισμένος "χορός" των ανδρών, με μεγάλους σάλτους, για να εξακριβωθεί εάν κάτι απ' αυτά που φέρουν, είναι δυνατόν να προκαλέσει θόρυβο κατά την κίνηση.

Ύστερα απ' αυτό, η συνηθισμένη έρευνα στις τσέπες μήπως κάποιος ξέχασε μαζί του γράμματα ή άλλα αντικείμενα. Στην περίπτωση θανάτου ή αιχμαλωσίας ο εχθρός δεν θα πρέπει να βρει κανένα ίχνος πληροφορίας. Τέλος καθορίσθηκαν τα συνθηματικά. Ένα ξύσιμο στην εξάρτηση σημαίνει προχωρούμε, δύο σταματάμε κ.ο.κ.

Όλα αυτά τα σχολαστικά μέτρα, που αφορούν στην πρόληψη θορύβου, παίρνονται γιατί την νύχτα ο παραμικρός θόρυβος είναι εξαιρετικά επικίνδυνος. Απ' αυτόν κυρίως μπορεί να προδοθεί κανείς. Κατά την διάρκεια της νύχτας, οι αντίπαλοι χρησιμοποιούν περισσότερο τη ακοή και λιγότερο την όρασή τους.

Η ώρα πέρασε. Ήλθε το σκοτάδι να καλύψει προστατευτικά την κίνησή μας. Τώρα βαδίζουμε για το σημείο εξόδου και ανταλλάσσουμε σκέψεις με χαμηλές φωνές, ενώ δίνονται οι τελευταίες εξηγήσεις σε κάθε απορία που διατυπώνεται.

Έτσι φθάνουμε στην προωθημένη διμοιρία και ακολουθούμε το χαράκωμα σκυφτοί για να φθάσουμε στην προωθημένη ομάδα. Είναι το τελευταίο δικό μας τμήμα. Από και πέρα το έδαφος είναι ύποπτο. Ξαπλωμένοι με την κοιλιά πάνω στον πάγο, πήραμε ο καθένας την θέση του. Για αρκετή ώρα παραμείναμε έτσι, ενώ αφουγκραζόμαστε, παρατηρούσαμε και προσπαθούσαμε να προσαρμοσθούμε στο περιβάλλον. Όταν πια κατοπιστήκαμε αρκετά ακούστηκε το σύνθημα: Ένα ξύσιμο στη ζωστήρα που μόλις ακούστηκε.


Σιγά-σιγά οι σιλουέτες σηκώνονται και αρχίζουν τα βήματα. Μετρημένα ένα-ένα. Το πόδι πάει πρώτα ψηλά και πριν ακουμπήσει στον πάγο, διαγράφει ψαχουλευτά κύκλους πάνω απ' το έδαφος που πρόκειται να πατήσει. Κάποια παγίδα με σύρμα, κάποιος επικρουστήρας νάρκης, μπορεί να είναι εκεί κοντά σου. Αν τα πατήσεις θα γίνεις μονομιάς κομμάτια. Και το ένα πόδι πατά για να σηκωθεί το άλλο με τον ίδιο τρόπο, να ερευνήσει με τη σειρά του και έτσι να πραγματοποιηθεί τελικά ο διασκελισμός που θα σε φέρει μπροστά.

Η περίπολος προχωρεί, σταματά, αφουγκράζεται προσπαθεί να διακρίνει, ερμηνεύει θορύβους, βεβαιώνεται και πραγματοποιεί άλματα. Με αυτό τον τρόπο βαδίζουμε προς το στόχο μας. Ο παραμικρός θόρυβος σε βάζει σε υποψία, η ελάχιστη σκιά σε σταματά. Ακούς ξερόκλαδο που τρίζει από το βάρος του πάγου, βλέπεις μια κινούμενη σκιά που προέρχεται από την αντανάκλαση μιας παγωμένης ριπής από κόκκους πάγου, που μεταφέρει ο αέρας, κι ανησυχείς, ταράζεσαι. Σκέπτεσαι, πώς πάει η αποστολή, θα αποτύχει και θα γυρίσεις ενδεχομένως με νεκρούς και τραυματίες, αν κάποιος χάσει την ψυχραιμία του και πυροβολήσει αδικαιολόγητα, προδίνοντας τη θέση μας.

Και όσο περνάει η ώρα, τόσο το περιβάλλον γίνεται πιο γνωστό, μια και αποκαλύπτεις ένα-ένα τα μυστικά των ήχων και των σκιών που σε τάραζαν στην αρχή. Όλο και πιο εύκολα γίνεται τώρα η προχώρηση, πιο μεγάλα τα άλματα, η κίνηση πιο γρήγορη. Παρακολουθώ την τήρηση του σχηματισμού και βεβαιώνομαι ότι όλοι ακολουθούν.

Σε μια στιγμή παρατηρώ ότι ένας από αυτούς που βαδίζουν στο αριστερό, μένει πίσω. Η περίπολος σταματά. Οι άνδρες, παίρνουν θέσεις προς όλες τις κατευθύνσεις, ξαπλωμένοι στον πάγο. Γνέφω του λοχία. Θέλω να καταλάβει ότι πρέπει να συρθεί ως την θέση που βρίσκεται ο αποκομμένος άνδρας για να δει τι συμβαίνει.

Φεύγει ο λοχίας έρποντας και γυρίζει σε λίγο για να αναφέρει ότι ο στρατιώτης είναι αδύνατον να μετακινηθεί. Είναι μπλεγμένος σε σύρμα παγιδεύσεως και υπάρχει φόβος στην παραμικρή κίνησή του να προκαλέσει έκρηξη νάρκης και τον διαμελισμό του. "Άλλο πάλι και τούτο!", σκέφτομαι.

Ειδοποιώ τον σκαπανέα, που έχει ειδικότητα στις νάρκες να έρθει κοντά μου. Περιμένοντας ψάχνω γύρω μου και αισθάνομαι στα χέρια μου ένα λεπτό νημάτιο. Είναι το γνωστό σύρμα παγιδεύσεως, κομμένο όμως. "Πέσαμε σε καταστραμμένο ναρκοπέδιο" συλλογιέμαι. Βλέπω τον σκαπανέα να με πλησιάζει και του εξηγώ ψιθυριστά την κατάσταση. Τον στέλνω να βοηθήσει τον συνάδελφό του. Είχαμε ήδη αρκετά καθυστερήσει. Η περίπολος συνέχισε την πορεία της.

Η κίνηση τελείωσε. Τώρα πιάνουμε θέσεις, στήνουμε την ενέδρα και περιμένουμε τον εχθρό. Πρέπει να μείνουμε ξαπλωμένοι, αμίλητοι και ακίνητοι πάνω στο παχύ στρώμα του πάγου μέχρι το πρωί. Η ώρα περνάει πολύ αργά. Η ακινησία και η παγωνιά μας περονιάζουν μέχρι τα κόκαλα. Τα πόδια μας γίνονται κολώνες, κομμάτια πάγου. Μουδιάζουν και πονούν σαν κάποιος να χώνει σφήνες στα κόκαλά μας.

Είναι ένας πόνος φοβερός, που χρειάζεται μεγάλο θάρρος να τον αντιμετωπίσεις, χωρίς να σου ξεφύγουν βογγητά, χωρίς να προδώσεις το μαρτύριό σου. Βλέπω κάποιον δίπλα μου να δαγκώνει την χλαίνη του με σπασμούς αγωνίας, χωρίς να μπορεί να τον βοηθήσει κανείς, χωρίς να επιτρέπεται να πει ούτε μια λέξη. Είναι το σιωπηλό μαρτύριο που νοιώθουμε όλοι μας και από δω και πέρα θα γίνει συνώνυμο κάθε εξόδου μας για παρόμοια αποστολή στο νεκρό παγωμένο έδαφος της Κορέας.

Ο ασυρματιστής πεσμένος δίπλα μου βρίσκεται σε διαρκή επαφή με τη διοίκηση του λόχου και αναφέρει κάθε λίγο, με την χρήση του διακόπτη, χωρίς να μιλάει. Κάποια στιγμή ακούγονται θόρυβοι από κλαδιά που σπάζουν και πατήματα, που πλησιάζουν τις θέσεις μας.

Οι καρδιές μας κτυπάνε δυνατά, τα μάτια στυλώνονται πετρωμένα στην κατεύθυνση εκείνη. Τα όπλα τεντώνουν μπροστά τις κάννες τους, κρατάμε την αναπνοή μας ακόμα. Είναι βέβαιο ότι κάποιοι έρχονται κατ' ευθείαν απάνω μας, χωρίς να πολυσκοτίζονται για τη σιγή ασφαλείας. Σε λίγο ξεχωρίζουμε, καθαρά πια, τις σιλουέτες που πλησιάζουν.

Οι άνδρες περιμένουν την διαταγή ν' ανοίξουν πυρ. Ξέρουν ότι αν δεν κάνει την αρχή ο αξιωματικός τους, δεν έχουν δικαίωμα να πυροβολήσουν. Περιμένω να πλησιάσουν οι σιλουέτες, να δώσουν ασφαλή στόχο στα όπλα μας, να τις "γαζώσουμε" χωρίς να ξεφύγει καμιά τους. Και η ομάδα του ...εχθρού πλησιάζει τώρα αργά-αργά, με προφύλαξη, ενώ ακούγεται το γρύλλισμα κάποιου αγριμιού που διακόπτει την ησυχία.

Όσο ελαττωνόταν η απόσταση, άρχιζα να βλέπω καλύτερα. Προσέχω καλά, τρίβω τα μάτια μου, μήπως γελιέμαι. Δεν αργώ να διαπιστώσω πως, αυτά που βλέπω, δεν είναι άνθρωποι, αλλά ένα κοπάδι αγρίμια που "κύριος οίδε", πώς ξέπεσε στη νεκρή ζώνη. Ήταν αρκούδες! ..."Βρε... μπράβο μας", σκέπτομαι. "Ούτε αρκούδες δεν μπόρεσαν από τόσο κοντά να μας αντιληφθούν. Τι πονηρό ζώο είναι ο άνθρωπος!"

Οι αρκούδες αφού πλησίασαν αρκετά, φαίνεται ότι μας μυρίστηκαν στο τέλος, γιατί άλλαξαν αμέσως πορεία. Τις κατάπιε το σκοτεινό παγωμένο δάσος....

Κάποια στιγμή όμως ξαφνιαζόμαστε από το κουδούνισμα που φαίνεται να προέρχεται από κονσερβοκούτι. Ήμουν αποφασισμένος να παραμείνω εκεί δα, μέχρι να ξημερώσει. Θα μπορούσε να ήταν πάλι κάποιο ζώο...

Σε μια στιγμή ο λοχίας βοηθός μου απλώνει το χέρι και με σπρώχνει ελαφρά. Προσέχω εμπρός και στη αρχή αμυδρά, ύστερα καθαρότερα, διακρίνω σιλουέτες μιας περιπόλου, που ερχόταν κατ' ευθεία επάνω μας. Σπρώχνουμε ο ένας το πόδι του άλλου, για να ειδοποιήσουμε όλους να έχουν το νου τους μπροστά. Δεν επρόκειτο για αρκούδες. Ήταν Κινέζοι. Οι σιλουέτες τους προχωρούσαν κατ' επάνω μας, με όλα τα μέτρα ασφαλείας, σε σχηματισμό περιπόλου.

Χωρίς το θόρυβο αυτό, αμφιβάλλω αν θα τους παρατηρούσαμε, ακόμα και αν στέκονταν όρθιοι. Φαίνεται ότι μετά το θόρυβο οι Κινέζοι είχαν σταματήσει αρκετή ώρα μήπως παρατηρήσουν καμιά αντίδραση και τώρα αποφάσισαν να κινηθούν.

Τη στιγμή που άρχισα να σκέπτομαι ότι ήλθε η ώρα να πατήσω τη σκανδάλη της αυτόματης καραμπίνας μου, ο στόχος εξαφανίστηκε. Η εχθρική περίπολος τελείωσε το άλμα της, ξάπλωσε και τώρα στήνει αυτί και παρατηρεί.

Οι στιγμές φαίνονται αιώνες. Η ανάσα μας κομμένη, τα μάτια στυλωμένα ίσια μπροστά. Με κυριεύει η αγωνία μήπως χάσει κανείς την ψυχραιμία του και πυροβολήσει πρόωρα. Κάποτε οι σιλουέτες ξαναδιαγράφονται κι αρχίζουν να προχωρούν. Η απόσταση μεταξύ τους ελαττώνεται. Μόνο που δεν προχωρούν πια καταπάνω μας. Κατευθύνονται λοξά, και κάπως αριστερά μας.

Δεν βρίσκονται ούτε δέκα μέτρα μακριά όταν αδειάζω τον γεμιστήρα της καραμπίνας επάνω τους σε θερισμό, ενώ οι άνδρες μου τους γαζώνουν με διασταυρούμενα πυρά. Μέσα στο πανδαιμόνιο των πυροβολισμών ακούγονται κραυγές και τα κορμιά μ' ένα ξαφνικό σπασμό θανάτου πέφτουν με γδούπο στο σκληρό στρώμα του πάγου.

Αυτό είναι όλο. Η Κινεζική περίπολος εξοντώθηκε.."




Είναι ένα απόσπασμα από το βιβλίο "Κορέα. Αποστολή 13η" του Γ. Δ. Βακαλόπουλου που εκδόθηκε το 1974 και περιήλθε στα χέρια μου. Είναι οι εντυπώσεις ενός πολεμιστή, από τον "ξεχασμένο" πια πόλεμο της Κορέας όπου συμμετείχε και η χώρα μας με ένα Τάγμα. Είναι εικόνες από τη ζωή των Ελλήνων πολεμιστών στη πρώτη γραμμή του μετώπου.



Διάλεξα αυτό το απόσπασμα να σας παρουσιάσω, γιατί αποτελεί σπάνια αναφορά στην τεχνική και τακτική περιπόλων που ακολούθησαν οι Έλληνες μαχητές στην μακρινή Κορέα. Το βιβλίο δεν ξέρω αν κυκλοφορεί πια, γιατί δεν είναι κάποιου συγκεκριμένου εκδοτικού οίκου. Είναι όμως φανταστικό.

Ο συγγραφέας με απλή και γλαφυρή γλώσσα περιγράφει περιπολιακές δραστηριότητες και μάχες που έδωσαν οι Έλληνες μαχητές, με αποκορύφωμα τον αμυντικό αγώνα στο ύψωμα "Χάρι" ή "Χάρο" όπως το ονόμασαν οι Έλληνες, λόγω των λυσσαλέων μαχών που δόθηκαν εκεί. 


Ανιχνευτής






















Σάββατο 26 Ιουνίου 2021

Η μάχη του "Χάρου"

Οι "μάχες των φυλακίων", αναφέρονται στα τελευταία 2 χρόνια του πολέμου της Κορέας, (1950-1953). Τον πρώτο χρόνο, ο πόλεμος είχε τον χαρακτήρα της ..σκούπας, με κινήσεις των αντιπάλων εμπρός και πίσω. Τον Ιανουάριο του 1951, μετά την επιθετική επιστροφή των στρατευμάτων του ΟΗΕ το μέτωπο σταθεροποιήθηκε σε μια γραμμή επί του εδάφους και ξεκίνησαν οι διαπραγματεύσεις για ειρήνευση της περιοχής.

Η Κορεατική χερσόνησος, αρχικά διαιρέθηκε κατά μήκος του 38ου παράλληλου, αργότερα κατά το μήκος οριοθετημένης γραμμής

Η χρονική περίοδος που ακολούθησε, περιλάμβανε ένοπλες συγκρούσεις και μάχες σε τακτικό επίπεδο, περιπολιακές δραστηριότητες και  εμπλοκές μονάδων κυρίως επιπέδου συντάγματος και κάτω. Οι αντίπαλοι προσπαθούσαν εκατέρωθεν να βελτιώσουν τις θέσεις τους και να διατηρήσουν ή να καταλάβουν υψώματα που έδιναν το πλεονέκτημα της καλής παρατήρησης  και του ελέγχου, σε βάρος του αντιπάλου. 

Το οξύμωρο αυτής της περιόδου των διαπραγματεύσεων ήταν η "συμφωνία" που είχε προηγηθεί, ότι ο πόλεμος θα συνεχιζόταν και ότι το έδαφος που θα διατηρούσαν οι αντίπαλοι, θα ήταν αυτό που θα είχαν καταλάβει μέχρι την στιγμή της υπογραφής της παύσης των εχθρικών ενεργειών ή της ανακωχής. Γίνεται εύκολα αντιληπτό, ότι κανείς δεν το έβαζε κάτω, και αμφότεροι προσπαθούσαν να εκμεταλλευτούν  όσο μπορούσαν πιο καλά την κατάσταση. 

Δεδομένου ότι με την ανακωχή, οι αντίπαλοι θα υποχωρούσαν ο καθένας 2 χιλιόμετρα από την γραμμή επαφής, για να δημιουργηθεί η αποστρατικοποιημένη ζώνη, πάσχιζαν να διατηρούν ισχυρά φυλάκια σε υψώματα τακτικής σημασίας που δέσποζαν κατά μήκος του μετώπου και παρείχαν το πλεονέκτημα της παρατήρησης σε βάθος εντός της αντίπαλης τοποθεσίας. 

Αυτό σήμαινε, ότι ο αντίπαλος που μειονεκτούσε σε έδαφος, έπρεπε να υποχωρήσει ακόμη περισσότερο για να καλύψει τις δυνάμεις του από παρατηρούμενα πυρά πυροβολικού και να οργανώσει την άμυνά του στα πρώτα κατάλληλα υψώματα. 

Οι Κινέζοι λοιπόν, που είχαν  "κενά" στη διάταξή τους, προσπαθούσαν να καταλάβουν ή να ανακαταλάβουν  τέτοια υψώματα που διατηρούσαν οι συμμαχικές δυνάμεις όσο μπορούσαν πιο γρήγορα με επανειλημμένες επιθετικές ενέργειες, πριν κλείσει η υπογραφή της ανακωχής. 

Οι μάχες των φυλακίων που ακολούθησαν, έμειναν στην στρατιωτική ιστορία σαν οι πιο άγριες και αιματοβαμμένες μάχες του πολέμου της Κορέας. Ο αγώνας μικρών κλιμακίων συνοδεύτηκε από ισχυρά φράγματα πυρός και βολές πυροβολικού, που θύμισαν τον αγώνα χαρακωμάτων του 1ου παγκόσμιου πολέμου. Μόνο οι Αμερικανοί, είχαν γύρω στους 70.000 άνδρες απώλειες κάθε κατηγορίας.

Ένα τέτοιο ύψωμα μεταξύ των άλλων ήταν το ύψωμα "Harry" όπως του είχε αποδοθεί η κωδική ονομασία. Οι στρατιώτες του  "Εκστρατευτικού Σώματος Ελλάδος, ΕΚ.Σ.Ε" λόγω της σφοδρότητας των πολύνεκρων μαχών που έλαβαν χώρα σ' αυτό,  το ονόμασαν δικαιολογημένα "Χάρος". Στις 17 και 18 Ιουνίου του 1953 κλήθηκε το ελληνικό τάγμα να το διασφαλίσει και εδώ θα μιλήσουμε για τη μάχη που ακολούθησε. Ας πούμε όμως τα πράγματα με τη σειρά τους.

Παράταξη του Ελληνικού Εκστρατευτικού Σώματος Κορέας



Ο λόγος που οι Κινέζοι αποφάσισαν με όποιο κόστος να καταλάβουν το "Χάρρυ" ήταν ότι το θεώρησαν σαν σημαντικό έδαφος τακτικής σημασίας (ΕΤΣ). Αν το έπαιρναν, θα ανάγκαζαν τα στρατεύματα του ΟΗΕ να οπισθοχωρήσουν τουλάχιστον 10 χιλιόμετρα πίσω, όσο ήταν το μήκος της κοιλάδας Κουμ-Χουά που ακολουθούσε, για να αποφεύγουν τις παρατηρούμενες βολές πυροβολικού όπως είπαμε προηγουμένως. Επιπλέον δεν θα μπορούσαν οι σύμμαχοι να παρακολουθούν τις κινήσεις των κινεζικών και βορειοκορεατικών στρατευμάτων, μη  έχοντας στην κατοχή τους το συγκεκριμένο ύψωμα.

Η κοιλάδα Κουμ-Χουά κατά τον κορεατικό πόλεμο (Πηγή)



Το ύψωμα "Χάρρυ" με υψόμετρο γύρω  στα 350 μέτρα, βρισκόταν περίπου 400 μέτρα μπροστά από το τότε Πρόσθιο Όριο Τοποθεσίας (ΠΟΤ) των συμμαχικών στρατευμάτων και ήταν το ψηλότερο ύψωμα που κατείχαν οι σύμμαχοι, σε ακτίνα 2 χιλιομέτρων. Από αυτό μπορούσαν να ελέγχουν όλες τις προσβάσεις προς την αμυντική τους γραμμή. Αποτελεί τη νότια απόληξη ενός μεγαλύτερου ορεινού όγκου με ψηλότερο σημείο το ύψωμα "Σταρ" (Star) που το είχαν εκείνη την περίοδο  οι Κινέζοι. Η απόσταση μεταξύ των δύο υψωμάτων δεν ξεπερνούσε σε ευθεία γραμμή τα 300 μέτρα, όπως βλέπετε στο χάρτη παραπάνω.

Το ύψωμα "Χάρρυ". Στο βάθος φαίνεται το ύψωμα "Σταρ" το οποίο κατείχαν οι Κινέζοι. (Πηγή)


Το δρομολόγιο από το ΠΟΤ προς το Χάρρυ, προσέγγιζε το ύψωμα από τα νότια, κατά μήκος ενός ρέματος. Μέχρι εκεί έφτανε αυτοκίνητο. Από εκεί, ξεκινούσε όρυγμα συγκοινωνίας που έφτανε μέχρι την κορυφή και ακόμη πιο πέρα στην πλέον προωθημένη θέση παρατηρητηρίου στη βόρεια πλαγιά, διατρέχοντας μήκος 300 περίπου μέτρων.

Περιμετρικά είχε κατασκευαστεί άλλο όρυγμα συγκοινωνίας, που συνέδεε όλες τις θέσεις μάχης και τάξης ομαδικών όπλων, καθώς και ένα σταθμό διοικήσεως  λόχου. Όλες οι θέσεις μάχης είχαν οργανωθεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε να καλύπτουν ολόπλευρα το ύψωμα και να ελέγχουν με πυρά οποιαδήποτε εχθρική ενέργεια. Το αριστερό πλευρό του υψώματος είναι αρκετά απόκρημνο και δεν επιτρέπει την ευχερή κίνηση πεζών. Αποτελούσε φυσικό κώλυμα για τους αμυνόμενους. Στις υπόλοιπες προσβάσεις είχαν απλωθεί συρματοπλέγματα για να εμποδίζεται η κίνηση προς το ύψωμα.

Θέα του υψώματος Σταρ από το ύψωμα Χάρρυ. (Πηγή)







Το ύψωμα ανήκε στον τομέα ευθύνης του 15ου αμερικανικού συντάγματος πεζικού, στο οποίο είχε διατεθεί και το ελληνικό τάγμα. Καθημερινά ένας λόχος του συντάγματος ανελάμβανε την 24ωρη επάνδρωση και διατήρηση του υψώματος.

Από την 1η Ιουνίου, εναέριες αναγνωρίσεις είχαν εντοπίσει ισχυρές συγκεντρώσεις κινεζικού  πεζικού και  πυροβολικού. Επιπλέον γινόταν εντατική οργάνωση εδάφους  και βελτιώσεις δρομολογίων που οδηγούσαν προς το ύψωμα Σταρ. Ήταν φανερό ότι οι Κινέζοι προετοιμάζονταν για επιθετική ενέργεια προς το Χάρρυ. Η εκτίμηση ήταν, ότι οι εμπεπλεγμένες δυνάμεις το εχθρού ήταν 2 τάγματα πεζικού. Από πίσω βρίσκονταν 3 συντάγματα πεζικού εντεταγμένα στην 74η κινεζική μεραρχία.

Οι Κινέζοι άρχισαν να εκτελούν εντατικά πυρά πυροβολικού σε όλες τις συμμαχικές θέσεις κατά μήκος του μετώπου, ακόμη και εναντίον εντοπισμένων από αυτούς θέσεων τάξεως συμμαχικού πυροβολικού. Από νωρίς έγινε αντιληπτό, ότι η κυρία τους προσπάθεια ήταν η κατάληψη του υψώματος Χάρρυ.

Από τις 10 Ιουνίου, νύκτα, ξεκίνησε η μαζική επίθεση των Κινέζων για κατάληψη του υψώματος και συνεχίστηκε κάθε βράδυ μέχρι και τις 18 Ιουνίου του 1953. Προηγείτο έντονος βομβαρδισμός πυροβολικού όλων των διαμετρημάτων που διέθεταν και στη συνέχεια επίθεση πεζικού σε πυκνούς σχηματισμούς, που συνεχιζόταν ακατάπαυστα όλη τη νύκτα.

Το ύψωμα Χάρρυ, γεμάτο από διαμελισμένα πτώματα Κινέζων στρατιωτών.

Οι Κινέζοι παρά τα πυρά των αμυνομένων, κατόρθωναν κάθε φορά να φτάνουν και να καταλαμβάνουν τα βόρεια ορύγματα του υψώματος. Συνέχιζαν προς την κορυφή, με μάχη σώμα με σώμα, αναχαιτίζονταν είτε από αντεπιθέσεις είτε από πυρά και πριν ξημερώσει, υποχωρούσαν πίσω στις γραμμές τους για να μην γίνονται στόχος των συμμαχικών αεροπλάνων. Υπήρξαν και περιπτώσεις νυκτερινής προσβολής και των νότιων ορυγμάτων που και αυτές αντιμετωπίζονταν επιτυχώς από πλευράς αμυνομένων. Οι Κινέζοι, άφηναν πίσω τους σωρό πτωμάτων δικού τους προσωπικού, αλλά και μεγάλες απώλειες των συμμάχων. Οι αμερικανικές απώλειες εκείνων των ημερών ανήλθαν πάνω από  500 νεκρούς και τραυματίες τους οποίους καθημερινά προσπαθούσαν να μεταφέρουν πίσω, ενώ οι Κινέζοι εξακολουθούσαν να βομβαρδίζουν το ύψωμα με ό,τι διέθεταν.

Στις 15 Ιουνίου ο Έλληνας διοικητής, έλαβε προειδοποιητική διαταγή, για την επάνδρωση του Χάρρυ, στις 17 Ιουνίου. Ήδη με το χαμό που γινόταν όλες αυτές τις ημέρες, οι Έλληνες μιλούσαν για "Χάρο"και όχι για Χάρρυ. Έδωσαν στο ύψωμα το κατάλληλο όνομα.

Έλληνες και Αμερικανοί στρατιώτες επάνω στο ύψωμα Χάρρυ

Η κατάσταση στο ύψωμα από πλευράς οχύρωσης ήταν απελπιστική. Ειδικά τα βόρεια ορύγματα συγκοινωνίας και μάχης είχαν υποστεί μεγάλες φθορές από το σφυροκόπημα του κινεζικού πυροβολικού. Τα ξημερώματα της 16 Ιουνίου, οι Έλληνες άρχισαν να ανεβαίνουν το ύψωμα για ν' αντικαταστήσουν τον αμερικανικό λόχο, που είχε σχεδόν αποδεκατιστεί από την ολονύκτια σκληρή μάχη που είχε δώσει. Μόνο κατά τη διάρκεια της ημέρας μπορούσαν οι σύμμαχοι να εκτελούν εργασίες οχύρωσης επάνω στο Χάρρυ και περισσότερο στο νότιο αντιπρανές, αφού στα βόρεια, οι κινέζικοι όλμοι έστελναν τα "δώρα" τους με μεγάλη προθυμία!

Οι εργασίες εκβάθυνσης και επισκευής των ορυγμάτων έμοιαζαν σαν το σκάψιμο λάκκων σε νεκροταφείο! Ο σωρός των διαμελισμένων και μη αναγνωρίσιμων πτωμάτων Κινέζων και Αμερικανών ήταν τόσο μεγάλος, που οι αμυνόμενοι  Έλληνες πατούσαν κυριολεκτικά επάνω σε σάρκες και αίματα που είχαν δημιουργήσει στρώμα λάσπης μέσα και γύρω από τα ορύγματα.

Ο ελληνικός λόχος με την υποστήριξη Νοτιοκορεατών ανδρών του Μηχανικού, προσπαθεί, συναγωνιζόμενος με το χρόνο να κάνει ό,τι μπορεί για να επαναφέρει την αμυντική κατάσταση σε αποδεκτό επίπεδο.

"Κάτω από τη φοβερή πίεση των πυρών του εχθρού προσπαθούμε να οργανώσουμε το έδαφος όσο μπορούμε καλύτερα. Πρέπει να είμαστε σε θέση ν' αντιμετωπίσουμε την εχθρική αντεπίθεση που σίγουρα θα εκδηλωθεί τις βραδυνές ώρες. Η δύσκολη δουλειά τώρα αρχίζει..." αναφέρει στ' απομνημονεύματά του ένας μαχητής.

Οι πρώτες απώλειες μάχης για τους Έλληνες, ξεκινούν κατά τη διάρκεια των επισκευών στα βόρεια ορύγματα από εχθρικά πυρά όλμων. Ο διοικητής του ελληνικού τάγματος, βλέποντας την κατάσταση, τους αποσύρει και δίνει εντολή για την επανέναρξη εργασιών με το τελευταίο φως! Η απόφαση αυτή θεωρήθηκε πολύ ριψοκίνδυνη, δεδομένου ότι οι Κινέζοι ξεκινούσαν επιθέσεις το βράδυ.

Παρ' όλα αυτά, η όλη διαδικασία ήταν επιτυχής, γιατί βοήθησε η τύχη! Εκείνο το βράδυ οι Κινέζοι δεν επιτέθηκαν, προφανώς θέλοντας να αναδιοργανωθούν μετά από τις μεγάλες απώλειες των προηγούμενων ημερών. Ο ελληνικός λόχος δούλεψε μέσα στο σκοτάδι, υπό την κάλυψη των πολυβόλων του και προσπάθησε να επαναφέρει τα ορύγματα του βόρειου τομέα στην καλύτερη δυνατή κατάσταση.  Οι εργασίες συνεχίστηκαν και με το φως της ημέρας στις 17 Ιουνίου 1953, παρά τα πυρά όλμων των Κινέζων.

Κινέζοι στρατιώτες, αιχμάλωτοι πολέμου στην Κορέα, με την ιδιόμορφη  στολή τους τύπου παπλώματος, για την προστασία τους από το κρύο. (Πηγή)

Ο διοικητής του λόχου κάνοντας συνεχείς αναγνωρίσεις του χώρου και επίβλεψη των οχυρωματικών εργασιών, έκανε μια σημαντική διαπίστωση! Κοιτάζοντας τα άψυχα σώματα των Αμερικανών, τις πρώτες ώρες της αντικατάστασης, παρατήρησε ότι σχεδόν στο σύνολό τους είχαν κτυπηθεί από θραύσματα χειροβομβίδων και όχι από πυρά τυφεκίων ή άλλων όπλων ευθυτενούς τροχιάς! Αυτό σήμαινε.... αλλά ας αφήσω τον μαχητή να τα περιγράψει όπως αυτός τα έζησε εκείνη την εποχή

"Από μακριά βλέπω τον Λοχαγό να έρχεται προς το μέρος μας, ενώ κάθε τόσο σκύβει και εξετάζει με προσοχή τα πτώματα. Απορώ τι ψάχνει τάχα να βρει που ανοίγει τα ρούχα των νεκρών και τους κοιτάζει κατάσαρκα. Τον πλησιάζω με φανερή απορία. Το κατάλαβε! Με φωνάζει κοντά και... με έκπληξη τον ακούω να με διαβεβαιώνει ότι τα πράγματα τα... βλέπει καλά!
-Τι θέλεις να πεις κυρ Λοχαγέ τον ρωτάω.

Δεν μ' άφησε να περιμένω. Μου δήλωσε ότι από την εξέταση των πτωμάτων που έκανε, διαπίστωσε ότι όλοι σχεδόν είναι χτυπημένοι από χειροβομβίδες. Κατάλαβα σε λίγο ότι η παρατηρητικότητα του Λοχαγού τον οδήγησε σε μια διαπίστωση τέτοιας αξίας που θα μας βοηθούσε..

Μέχρι τη στιγμή εκείνη ελάχιστες ελπίδες είχαμε να κρατήσουμε το ύψωμα. Το πιθανότερο ήταν να αποτελέσουμε το πιο πάνω στρώμα, στα πτώματα των Κινέζων και των Αμερικανών. Τώρα όμως τα πράγματα παίρνουν άλλη όψη. Η διαπίστωση ήταν ότι όλοι οι νεκροί είχαν κτυπηθεί από πολύ κοντά και μέσα στις θέσεις τους!

Αν είχαν βγει έξω από τα χαρακώματα τη στιγμή που ο εχθρός πλησίαζε και αν του επετίθεντο με την ξιφολόγχη; Στην περίπτωση αυτή θα υπήρχαν ασφαλώς διαφορετικά αποτελέσματα..και ποιός ξέρει αν οι Κινέζοι θα ήταν σε θέση κάνουν αγώνα σώματος προ σώμα!

Με μεγάλη χαρά ακούσαμε τον Λοχαγό να δηλώνει με πεποίθηση πως ο εχθρός δεν θα μπορέσει να μας βγάλει από τις θέσεις μας, αν στην κρίσιμη στιγμή πεταχτούμε όλοι έξω αποφασισμένοι να κάνουμε αγώνα με ξιφολόγχη! Η είδηση για τη διαπίστωση, έκανε το γύρο του λόχου κάνοντας συγχρόνως τους φαντάρους ν' αναθαρρήσουν.

Εμείς θα σαλτάρουμε έξω! Δεν πρόκειται ν' αφήσουμε τους Κινέζους να μας κτυπήσουν μέσα στις τρύπες μας και να μας σκάσουν με τις χειροβομβίδες.. τους άκουγες να λένε"

Το βράδυ, γύρω στις 11, η  νυκτερινή επίθεση άρχισε! Οι Κινέζοι όπως και τις προηγούμενες νύκτες, μετά από ισχυρή προπαρασκευή πυροβολικού εκτελούν έφοδο κατά μάζες, πιστεύοντας ότι ο μεγάλος αριθμός των πεζών τους θα καταφέρει καίριο αποτέλεσμα. Τα πυρά των αμυνομένων είναι καταιγιστικά, οι φραγμοί πυροβολικού και όλμων ενεργοποιούνται αλλά δεν σταματούν την επιθετική ορμή.

Τα πτώματα συσσωρεύονται, αλλά από πίσω άλλοι προχωρούν αλαλάζοντας! Οι αμυνόμενοι εκτελούν πυρά κατά βούληση, στον προκαθορισμένο τομέα τους ενώ τα ομαδικά όπλα βάλουν σύμφωνα με το σχέδιο πυρός! Οι τελικές προστατευτικές γραμμές γαζώνονται από χιλιάδες σφαίρες! Οι χειροβομβίδες απασφαλίζονται και αφήνονται να κυλούν προς την κατηφόρα διαδοχικά, πετσοκόβοντας όσους συναντούν κατά την έκρηξή τους. Οι Κινέζοι έχουν πλησιάσει τα βόρεια ορύγματα και ετοιμάζονται για το τελευταίο άλμα, αρχίζοντας την εκσφενδόνιση χειροβομβίδων. Τότε οι Έλληνες εφορμούν με "εφ' όπλου λόγχη"...

"Στο μεγάφωνο ακούγεται η φωνή του Λοχαγού: "Εφ' όπλου λόγχη! Όλοι έξω από τα χαρακώματα!" Επαναλαμβάνω τη διαταγή και περιμένω.. Περνούν δευτερόλεπτα και φαίνονται αιώνες! Μια παγωμάρα έχει πέσει! Η διαταγή σα να 'πεσε στο κενό! "Αλίμονό μας σκέφτομαι. " Αν δεν βρεθεί το κουράγιο, όλα χάθηκαν" Το τμήμα έχει απώλειες, το κεφάλι μας βουίζει. Παραπατούμε σα μεθυσμένοι. Τα ουρλιαχτά των Κινέζων δίπλα μας...

"'Όλοι έξω. Η Παναγιά είναι κοντά μας, επάνω τους!" Σαν αντίλαλος ακούγονται τα λόγια τούτα  από τους διμοιρίτες, τους ομαδάρχες και τους φαντάρους... 

"Είναι κοντά μας η Παναγιά παιδιά, χτυπάτε τους" Η παγωμάρα έσπασε. Ένα κύμα από ζεστό αίμα φούσκωνε τις φλέβες. Οι άνδρες σαν ελατήρια πετάχτηκαν έξω για να 'ρθούν  με την ξιφολόγχη σε αγώνα σώμα με σώμα με τους επιδρομείς. 

Η πολεμική ιαχή "ΑΕΡΑ" ακούστηκε να δονεί την ατμόσφαιρα. Σε λίγο ο κινεζικός συρφετός με σπασμένο το ηθικό το βάζει στα πόδια..."

Παρά την αριθμητική υπεροχή τους, οι Κινέζοι αιφνιδιάζονται από αυτή την ξαφνική αντέφοδο των Ελλήνων, που κατεβαίνουν την πλαγιά με φόρα, καρφώνοντας  με τις ξιφολόγχες τους κεφάλια, χέρια πόδια και κοιλιές μέσα στο σκοτάδι και υποχωρούν,  ανοίγοντας την απόσταση από την αμυντική τοποθεσία, και δίνοντας έτσι την ευκαιρία στο πυροβολικό να τους κτυπά πάλι ανελέητα, στις προκαθορισμένες συγκεντρώσεις! Οι Κινέζοι διαλύονται λίγο μετά τα μεσάνυχτα, αλλά δεν το βάζουν κάτω!

Μετά από λίγη ώρα επαναλαμβάνουν μια πιο μαζική επίθεση στα βόρεια ορύγματα. Μπαίνουν μέσα στις πρώτες θέσεις και με το πυροβολικό τους προσπαθούν να δημιουργήσουν ένα δακτύλιο ασφαλείας για να σταθεροποιηθούν!

Τότε ο Έλληνας διοικητής αποφασίζει να εμπλέξει την εφεδρεία του, ένα ελληνικό λόχο και ένα αμερικανικό ουλαμό αρμάτων, που πλευροκοπούν τα κινεζικά τμήματα και τα αναγκάζουν να εγκαταλείψουν τις θέσεις που είχαν καταλάβει. Ξημερώματα στις 18 Ιουνίου, οι Κινέζοι ηττημένοι οριστικά, και έχοντας τεράστιες απώλειες, υποχωρούν και εγκαταλείπουν κάθε άλλη προσπάθεια για κατάληψη του Χάρρυ!

Οι Έλληνες κράτησαν και άρχισαν να μετράνε τις πληγές τους! Όλοι περίμεναν μεγάλες απώλειες και ειδικά οι Αμερικανοί που είχαν δει τους λόχους τους να αποδεκατίζονται! Τα πράγματα όμως ήταν διαφορετικά προς μεγάλη έκπληξή τους! Οι ελληνικές απώλειες ήταν 6 νεκροί και 21 τραυματίες.

Γράφει ο Έλληνας μαχητής:

"Πολλές εικόνες από τον πόλεμο εκείνο, έμειναν χαραγμένες για πάρα πολύ καιρό. Μερικές όμως έχουν τόσο βαθιά αποτυπωθεί που δεν μπορεί να τις ξεχάσει κανείς γιa όλη του ζωή...

Μια τέτοια εικόνα ήταν αυτή που είδαμε στο ύψωμα "Χάρρυ" της Κορέας, το απόγευμα της 18ης Ιουνίου 1953, κατά την αναφορά που έδωσε ο Λοχαγός στον Διοικητή του Τάγματος μας. Οι στρατιώτες του Λόχου στα χαρακώματα, με πλήρη πολεμική εξάρτυση, στέκονται όρθιοι με μέτωπο προς τον Λοχαγό, που σα να βρίσκεται σε στρατώνα, στέκεται ευθυτενής μπροστά στο Διοικητή και με άψογο χαιρετισμό αναφέρει: "Λαμβάνω την τιμή να αναφέρω κύριε Διοικητά, ότι ο Λόχος εξεπλήρωσε την αποστολή του. Οι θέσεις μας διατηρούνται σταθερά. Ο εχθρός απεκρούσθη. Απώλειαι:   , νεκροί..., τραυματίαι...,"

Κανείς δεν αναπνέει, όταν ο Διοικητής προχωρεί προς τους στρατιώτες, που κάθονται σε στάση προσοχής μέσα στο χαράκωμα, λες και περιμένουν επιθεώρηση. Τα βλήματα των ελεύθερων σκοπευτών περνούν ξυστά πάνω από τα κεφάλια τους και ακούγεται το μανιασμένο παλατάγισμά τους.."

Το ελληνικό τάγμα κράτησε το ύψωμα μέχρι τις 21 Ιουνίου, με εναλλαγή των λόχων του, οπότε και το παράδωσε σε αμερικανικό τάγμα

Τις 8 ημέρες μάχης στο "Χάρο", οι σύμμαχοι είχαν γύρω στους 419 τραυματίες και 94 νεκρούς. Συνολικά  οι Έλληνες που έχασαν τη ζωή τους, υποκύπτοντας στα τραύματά τους ήταν 15 άνδρες. Οι εκτιμήσεις για τα κινεζικά στρατεύματα που χρησιμοποιήθηκαν, είναι ότι συμμετείχαν συνολικά 13.000 στρατιώτες από τους οποίους 4.500 άφησαν την τελευταία τους πνοή στο ύψωμα και ένας ανεξακρίβωτος αριθμός τραυματίστηκε. Η μεραρχία τους κρίθηκε ανενεργή.

Η ειρωνεία της τύχης είναι ότι μετά την υπογραφή της συμφωνίας ανακωχής στις 27 Ιουλίου 1953, το ύψωμα, χαρακτηρίστηκε "ουδέτερο" και εξαιρέθηκε της κατοχής! Και οι δύο πλευρές αποχώρησαν από εκεί. Τόσα κορμιά έπεσαν, για το τίποτα! Απλά, ο "Χάρος" βγήκε παγανιά!

Παρόλα αυτά, η θυσία δεν ήταν τελείως άσκοπη και είχε έμμεσα αποτελέσματα όπως φάνηκε αργότερα. Εξ αιτίας αυτής της αντίστασης, η εύφορη κοιλάδα Κουμ-Χουά, παρέμεινε στα χέρια των Νοτιοκορεατών και οι κάτοικοι που μένουν εκεί, δεν θα πρέπει να το ξεχνούν! Παλικάρια από πολύ μακριά, έδωσαν τη ζωή τους για να μένουν αυτοί ελεύθεροι μέχρι σήμερα!

Όλοι οι λόχοι που αμύνθηκαν στο ύψωμα Χάρρυ, διαμνημονεύθηκαν από τον πρόεδρο των ΗΠΑ και οι σημαίες των μονάδων τους παρασημοφορήθηκαν. Αξιωματικοί και στρατιώτες παρασημοφορήθηκαν εν ζωή αλλά και μετά θάνατο για την ανδρεία που επέδειξαν.

Ο λόχος του "Σπαρτιατικού Τάγματος" (Sparta Battalion) όπως αποκαλέστηκε το ελληνικό τάγμα, έλαβε τη δική του ξεχωριστή ηθική αμοιβή.


Ανιχνευτής